Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

·      Χαριτόμορφο το φθινόπωρο, όταν από τις καμινάδες ξεπετιέται ο καπνός και η βροχή μαστιγώνει τα νεκρωμένα Φύλλα

·      Οι εποχές εναλλάσσονται, το σύννεφο γίνεται πρωτοβρόχι και το χώμα ανοίγει τα πόδια του, για να υποδεχθεί την ανάσα της καταιγίδας

·      Στα βουνά τα άγια, η επικοινωνία χάνει το μοναστηριακό, το μοναχικό και εκπροσωπεί πλέον την πολύβουη αλαζονεία των τεχνασμάτων

·      Στην κωμωδία της διακυβέρνησης των σωμάτων, η πολυμηχανία τείνει να γίνει προγραμματισμός ζωής, πάθους, και μηχανισμός επικράτησης

·      Ο κυβερνών εκλέγεται για να ικανοποιήσει την μικρότητα της υπεροχής και το κυβερνώμενο, ένα σκαρί πεθαμένο, γυρίζει πλευρό, να απαλύνει για λίγο την μονιμότητα του στερεότυπου

·      Μια ολιγαρχία ηλιθίων βασιλεύει, εκεί που εσύ αγναντεύεις το ηλιοβασίλεμα

·      και το ξύπνημα του πετεινού μοιάζει πια μια ανάμνηση ηχητική, ανάμεσα σε αράδες τυπωμένες

·      Άρχοντες ταπεινοί απολογούνται για την νομιμότητα των επιτυχιών τους, κοιτάζοντας με κατάντια την απροσχημάτιστη κατηγορία της κατακαημένης φτώχειας

·      Και απολογούνται με φωνές σιγανές, για να δημιουργήσουν το κατασκεύασμα της σιωπής

·      Μια διαδικασία σχολική, ένα στρατήγημα επιβολής της κυριαρχίας

·      Ένα μάγευμα  εικόνων, κινήσεων και προκαθορισμένων σκέψεων, με σκοπό την ανάκτηση των χαμένων εδαφών της σκηπτρουχίας.

·      Μια σύνθεση από μικρά χαρτάκια συναρμολογημένα να ικανοποιούν την αισθητική της μειωμένης αντίληψης

·      Μια αρμολογία της επιφάνειας, μια απολογία της θρασύτητας των τεχνημάτων του θρόνου

·      Το επιμηχάνημα της επικράτειας για να μεταρρυθμιστούν οι εποχές, να κατρακυλήσει το φθινόπωρο και να ξαναπάρει το θαλασσί την καθέδρα στα σκαριφήματα των ερωτήσεων

·      Ο υπηρέτης των πολιτών και των νόμων, καταδικάζεται για την υπόλθαψη του Θανάτου και παρακοιμώμενος του σκήπτρου συνεχίζει να καθορίζει την ακολουθία της σήψης

·      Στη χώρα των αμώμων, στα όρη και στα βουνά καταφεύγουν τα συνώνυμα, για να εκμηδενίσουν την αγιοσύνη του πρωτόρριζου

·      Και εκεί ψηλά στον ουρανό μαζεμένο το μεγαλείο αποκαθηλώνει ό,τι  ερεθίζει την εγρήγορση της  σκέψης

·      Κι ο θυμός αρνείται επιμόνως να αναδυθεί και να αρχίσει τα χαστούκια πέρα δώθε

·      Κι απόμεινε μόνο του, ένα άναυδο ύφος, μια κουνιστή πολυθρόνα, και μια συνεχής σπασμωδική κίνηση

·      Μια κραυγή, η ίδια, δυνατή, ένα ύφος αποχαυνωμένο και πολλά σάλια να τρέχουν απ το στόμα μουλιάζοντας την ανικανότητα της αντίδρασης

·      Μια ειδική συμπεριφορά γενικευμένη

·      Η αναπηρία της  κοινωνίας, της ανεκτικής, που δεν έχει θυμό

·      Κατεβασμένα βρακιά, λαμπαριές, κόκκινοι κόλοι, χειραγώγηση ελεεινή, μια βία επιστημονικώς εκλεγμένη

·      Και η απαξίωση ακόμα να φανεί

·      Στα ξέφωτα δεν περιμένουν μικρές καλύβες, μικρές ελπίδες, μικρές ζεστασιές, παραμονεύουν θεριά με ακονισμένες μασέλες

·      Θεριά ηθικά, νόμιμα, με προσόντα μοναδικά την υπερλειτουργία των σιελογόνων αδένων,

·      Θεριά που  εξακολουθούν να καθορίζουν την διαδρομή των ονείρων

·      Κι οι ασάλευτοι παρατηρητές, μόνο απαντούν, σε προκαθορισμένα ερωτηματολόγια

·      Και οι απεικονίζοντες την πραγματικότητα, ευθέως σε αποκαλούν εμβρόντητο και χαμογελούν κάτω από τις περιποιημένες οδοντοστοιχίες

·      Και τα θέματα της ατζέντας παίρνουν αναλόγως τον αριθμό της σειράς που επιλέγουν εκείνοι που περιγράφουν τον ήχο, για να ενισχυθεί επιπλέον το επιμηχάνημα της ψευδαίσθησης

·      Και η απειλή από το βορά έπεσε σαν κεραυνός φεύγει ο αστήρ αλλάζει πόλο.

·      Και οδυρμοί κι αλαλαγμοί συνοδεύουν την απειλή

·      και να οι ερωτήσεις και να οι σιωπές οι γελοίες, για να καταλάβουμε καλύτερα το μάθημα

·      Και να η ενημέρωση η πολιτική, να το μήνυμα πώς οι κοινωνίες πορεύονται και προοδεύουν οι βλιτώδεις

·      Υπέρτιτλος τα φθινόπωρα των φύλλων, των επιθυμιών, των αισθήσεων

·      Υπότιτλος κάποια δάνεια, κάποιες εταιρείες, κάποια ομόλογα, κάποιες υποκλοπές, κάποιες μονές, κάποιοι καλόγεροι, κάποιες μίζες, κάποιοι που άλλαξε η ζωή τους έτσι ξαφνικά όπως πέφτει ένα φύλλο, κάποια, κάποια, κάποια...

·      Νωθρωκάρδια σκέψη μου, ξαπλωμένη, παρακείμενη των ορμών μου

·      Και η  εποχή των στιγμών, η εποχή των αισθήσεων, των ενστίκτων συνεχίζεται, αφαιρώντας από την διαδικασία, την γλυπτή επιφάνεια των γυμνών λέξεων

·      Το ψιθύρισμα αποφάσισε να φωνάξει

·      Κι η φωνή τράνταξε το δέντρο συθέμελα

·      Και τα φύλλα άρχισαν να προβάλουν τους λαιμούς τους, κύκνοι λευκοί, ν΄ αφήνονται στο περιθώριο της γραφής,  για να γίνουν επίστρωμα της λάσπης

·      Και τα πουλιά τρέχουν να κρυφτούν τρομοκρατημένα από τη γύμνια

·      Ανάσα μου γρήγορη, κοφτή, πανικόβλητη

·      Κατάπιε λίγο βροχή φθινοπωρινή

·      Αστην να τρέξει πάνω σου να ανοίξει η λαλιά σου

·      Μια αστραπή φώτισε το τελευταίο φύλλο που αρνιόταν επίμονα τη λησμονιά

·      Ένα δέντρο γυμνό

·      Ένα κουρνιασμένο βρεγμένο πετούμενο και πολλές σταγόνες να φτιάχνουν ένα μυθιστόρημα

·      Ένας οργισμένος ουρανός και μια ματιά παραπονεμένη  πίσω από ένα τζάμι να περιμένει

·      Να περιμένει.

·      Να βγει ένας Ήλιος

·      Ένας ήλιος!

·      Ένας  θυμός !

λοξός

loksos@gmail.com