Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ Τετάρτη 1/04/2009

·      Μια μέρα πριν να σβήσουν τα φώτα!

·      Ο τραπεζοκόμος έβαλε τους καφέδες, τα νερά, το σταχτοδοχείο, το βρεγμένο πανί πάνω στο δίσκο και κατευθύνθηκε σιωπηλός προς την παρέα των εφήβων που μιλούσαν για τη τιμή της μαργαρίτας, τις μπόμπες στα πολυτελή κλαμπ της παραλιακής,  τις μεταγραφές, για την κούραση του Πρωθυπουργού και για άλλα σχετικά ανέκδοτα, στο καφέ της συνοικίας με τα απλωμένα σεντόνια και τα σώβρακα τα αποχρωματισμένα

·      «Έλα ρε! Ναι, σου λέω! Του έπεσε η εφημερίδα!»

·      «Που?» Ρωτά η Φούλα, με  τηλεοπτική ηλιθιότητα πρωινής εκπομπής, μασώντας τσίχλα και αφήνοντας τη γλώσσα της ηδυπαθώς να βρέχει που και που τα χείλια της και το βλέμμα της να καρφώνεται δήθεν τυχαία απέναντι στον μπρατσωμένο τυπά, που στέκεται αδιάφορος, αναπαριστώντας το απομεινάρι ενός μπερδεμένου ρόλου

·      «Την αγόρασε από το περίπτερο του Σπύρου. Πολύ τυχερό μαγαζί  όλοι από κει παίζουν πια»

·      Τα χέρια της, με το δείκτη τεντωμένο, στριφογυρίζουν στα μαλλιά της και το στριγκάκι εμφανίζεται από το χαμηλοκάβαλο παντελόνι, προκαλώντας μεσημέριους σπασμούς στην παρέα του διπλανού τραπεζιού, που με κρυφές ματιές σχολιάζει το χρώμα, το κορδόνι και της επιδόσεις της καλλιπύγου, με σκουντήματα και θαυμαστικά φωνητικά

·      Στα καφέ του ματιού της πασαρέλας  της ακρίβειας  και του τριγώνου που αναστατώνει και διακόπτει τη συζήτηση η ζωή ψάχνει τις φαντασιώσεις της. Κι αναρωτιέται που είναι  εκείνο το χαμένο τέλος εκείνης της   ξεπουλημένης ιστορίας

·      Κοιτάς απέναντι το δέκτη, ρουφώντας μια μικρή γουλιά. Μπούτια από δω, μπούστοι  από κει, συνταγές από τη μια και ζώδια από την άλλη, πολιτικοί να σε κάνουν να νιώθεις ανασεισίφαλλος  που κάποτε είχες βγει στο δρόμο και φώναζες, βαπόρια να καίγονται σε πάρκινγκ, τράπεζες να γίνονται πυροτεχνήματα και λες, μα καλά, τόσο πολύ με έχουν εγκαταλείψει. Οι χαμένοι!

·      Στην εφημερίδα βλέπεις τα γράμματα να πεταρίζουν μπροστά σου και ψάχνεις μια φωνή αθώα να σου γράψει μια λέξη, να δεις βρε αδερφέ την ανάσα του ονειροπόλου. Τίποτα, μια ευθεία γραμμή. Οι σελίδες που αποπροσανατολίζουν πληθαίνουν, λες και η πρώτη έγνοια  του ανθρώπου που κάθεται και διαβάζει τα παλιά γράμματα, είναι αν έμεινε έγκυος η Πόπη

·      Έπρεπε να κλείσω και τα φώτα σήμερα και έχει και αγώνα

·      Κοίταξα ενοχικά την απέναντι πολυκατοικία. Σκοτάδι. Μια γυναίκα με ένα νυχτικό διάφανο και ένα κερί ψάχνει στο κομοδίνο, πιο πέρα ακούς κάτι φωνές στα σκοτεινά και κάποιες περίεργες φιγούρες  να φτιάχνουν στο σκούρο σεντόνι ένα θέατρο σκιών. Έκλεισα τα παντζούρια. Ένας χαβαλές καθορισμένος  που σε έβαλαν να τον παίξεις για τη σωτηρία του πλανήτη. Έπαιξες και βγήκες πρώτος. Εκ παραδόσεως! 

·      Σφράγισα το σπίτι και προσπάθησα να κρύψω καλά τις χαραμάδες που θα μπορούσαν να με προδώσουν. Τα φώτα τα σβήνω κάθε μέρα ούτως ή άλλως. Τους διακόπτες τους κυνηγώ με το ντουφέκι. Σήμερα όμως τα άναψα όλα και απόλαυσα την αντίδραση μου κρυφά, ταμπουρωμένος πίσω απ τα αμπαρωμένα παραθυρόφυλλα.   Στρογγυλοκάθισα στον καναπέ κι ασχολήθηκα με την ώρα μου και όχι με την ώρα  των άλλων. Καλά ήταν!

·      Προχτές είχα φυτέψει μια ελιά στο απέναντι πεζοδρόμιο σε μια τρύπα που βρήκα λεύτερη. Το απογευματάκι της  άλλης μέρας ένα γκριφόν καλοχτενισμένο, που το ‘σερνε μια γυναίκα,  απ αυτές, με τις τσάντες με τα σηματάκια και τις γνωστές ταμπέλες  στα μπλουζάκια, την έχεσε την κατούρησε  πάνω στα φυλλαράκια της, την ξευτέλισε. Την ελιά μου, τη δικιά μου ελιά. Και όλα αυτά, κάτω από το φως του φανοστάτη!

·      Έρχεται και η Κυριακή, θα πάω κι εγώ στου Σπύρου, θα παίξω τις εφημερίδες μου και θα πάω για μάτι στο καφέ του πεζόδρομου

·      Σήμερα είναι πρωταπριλιά θα αντισταθώ στο προκαθορισμένο ψέμα και θα πω όλη την  αλήθεια. Μου τη σπάνε αυτές οι κουκουλωμένες μέρες, τα εορταστικά αφιερώματα και οι ενδεδυμένες  μαλακίες

·      Άλλο διάγγελμα πάλι προχτές περί κοπώσεως και το έργο κρίνεται αυστηρώς ακατάλληλον πλέον δια τους αγχίνοες

·      Όταν δε σε θέλει η γκόμενα φεύγεις Μήτσο μου, δε το κουράζεις το θέμα.

·      Αξιοπρέπεια αρχηγέ, αξιοπρέπεια, ψάξε λίγο, όλο και θα τη βρεις τη λέξη σε κανένα λεξικό, κι αν δε το κάνεις για σένα, κάνε το για κείνη. Καιρό έχει να τη δει κανείς!

·      «Παρακαλώ μου δίνετε είκοσι  ευρώ εφημερίδες με αυτοκίνητα και είκοσι   απ τις άλλες  που δίνουν τα λεφτά»

·      Τρέχω γρήγορα να καθίσω στο τραπεζάκι να παραγγείλω τη καφεδιά να πάρω μάτι τη κιλότα και να ψάξω τη σφραγίδα.

·      Να αλλάξει η ζωή μου και μένα βρε αδερφέ, μέσω του τύπου

·      Εφημερίδες! Εφημερίδεεες! 

 

λοξός

loksos@gmail.com

 

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ Τετάρτη 25/03/2009

• Τελειώνει ο Μάρτης ο βαρυπρεπής, ο αλλόκοτος

• Γιορτάζει η πατρίδα, γιορτάζουν οι κάμποι, γιορτάζουν οι λόγκοι, γιορτάζουν οι πλαγιές, τα όρη και τα βουνά, γιορτάζουν όλοι και όλες, μικροί μεγάλοι και μικρομέγαλοι, στα χωριά, στις πόλεις και στις μεγαλουπόλεις, στα απόμακρα και στα κοντινά. Στις συνοικίες και στις περιβόητες λεωφόρους οδούς, στα χαμόσπιτα και στα παλάτια στις μικρές και στις μεγάλες προτάσεις, στα κείμενα και στα υποκείμενα. Με πομπές και λόγους μεγαλόπνοους, με αναφορές παρελθοντικές και ανάσες, με ματιές ολόγυρα, μπας και μας πιάσει ο φακός της βραδινής εξιστόρησης της επετείου

• Ακινησία μεγαλοπρεπής στα βάθρα, ενίσχυση του πρωτοκόλλου, μουσικές από μπάντες με άσπρα και κόκκινα σιρίτια, χάλκινα επιβλητικά να ερμηνεύουν την σύνθεση, άρματα μάχης, κανόνια μεγάλα και μικρά και νέοι και νέες με κορμιά αλαβάστρινα και με περηφάνια επίπλαστη καθοδηγούν την παράσταση με αργό επίσημο βηματισμό

• Πομπές αγέλαστες, μελαγχολικές, φυλακισμένες, μπροστά στους αρπαγείς των πολύχρωμων σκέψεων

• Και η οδοιπορία διακιβδηλεύει τους χρόνους τους ρηματικούς. Σέβεται το παρελθόν, το τιμά και το βγάζει στο δρόμο, το εκθέτει, το χειροκροτεί, με σημαιάκια μ’ ανεμίσματα, με σηκωμένα τα χεράκια, με ζητωκραυγές και επιφωνηματικούς αναστεναγμούς

• Τα εμβατήρια και η χώρα και αλλιώς η χώρα των εμβατηρίων και ακόμα διαφορετικά η χώρα των παραμορφωμένων χρόνων και κλίσεων

• Η αλλοιωμένη γραμματική αναφορά υποκλίνεται στην ιστορία και μεταλλάσσεται

• Κι ανάμεσα στα χαλάσματα, όρθια η μάζα η παχύρρευστη, φανερά γερασμένη από τον κάματο της υπερέντασης και της ευθύνης σκέφτεται την επόμενη εκδρομή των υπηκόων και διαβουλεύεται. Να παραμείνει ή να πολλαπλασιαστεί διά της σχιζογονίας και να δώσει τη θέση της κάτω από την τέντα σε εξεικόνισμα ίδιο κι απαράλλαχτο

• Αναρωτιέται ενώ η πομπή συνεχίζεται!

• Μια περικεφαλαία κύλησε και σταμάτησε μπροστά στους επισήμους μια σκούφια και ένα μαντίλι και μια ματωμένη λουρίδα λευκού

• Κλέφτες κι αρματολοί σε μια παγιδευμένη εικόνα να προσπαθούν να δώσουν πνοή στις τρομπέτες και στα τρομπόνια

• Φυσούν οι οργανοπαίκτες, ξεφυσά το αεράκι, τρέχει στο κοίλωμα και βγάζει το εορταστικό του πανηγυριού

• Και κάποια σάλια ανακατεμένα με το ηχολόγιο να πετιούνται, πυγολαμπίδες σβησμένες μιας χώρας νεκρής με τηλεοπτικούς ήρωες και ραδιοφωνικούς παραγωγούς με δεινοσαύρους και κινούμενα σχέδια σε πρώτο πλάνο και με γριές, πολλές γριές ρακένδυτες, να μαζεύουν τα φλούδια τα πεσμένα απ τα μανταρίνια, τα μήλα, τα πορτοκάλια, τα πεταμένα στα αζήτητα

• Στομαλγέω ο οιδηματώδης από τον πόνο των ημερών και αναζητώ την αφήγηση των περασμένων με κείνο το γλαφυρό ύφος της γιαγιάς, να μιλά με στυλωμένα τα μάτια στον ουρανό, για κείνον το μούλο που θέριευε, που έβριζε και ξέσκιζε τις καλύπτρες της αλλοτινής εποχής

• Οι εξιστορήσεις που οπλίζαν τη φαντασία και φτιάχναν πετροπόλεμους και ψεύτικα κουμπούρια

• Στα σημερινά τα εικονογραφημένα ο Θείος προηγείται του Περικλέους στην ψηφοφορία της ημεδαπής για την ανάδειξη του πρωταθλητού της σημαντικότητας. Η Ελλάδα των Θείων και των συγγενών πάσης φύσεως

• Κι ο μικρός κρατά το σημαιάκι με το σκούφο του χαμηλά στα αυτιά του πίσω από το διαχωριστικό σκοινί περιμένοντας το τελείωμα της πορείας των νόμιμων αναφορών, για να απολαύσει το αριστείον της μυρουδιάς που αχνίζει στην άκρη, στο τέλος του συνωστισμού. Ένα καλαμάκι με κρέας και μια φέτα ψωμί καρφωμένη στην κορυφή.

• Και πίσω από τους στημένους θεατές της υπερπαραγωγής του παρελθόντος πίσω απ τους διαχωριστικούς στύλους με τα κολονάκια κάτω απ τα δέντρα της αδειανής πλατείας σε ένα παγκάκι ξύλινο με κολλυβογράμματα χαραγμένα, κάποιες καρδούλες, ένα βέλος κάποιοι όρκοι πεταμένοι να θυμίζουν τους προηγούμενους, δυο χείλια αγνοούν τα εμβατήρια και κατρακυλάνε στην γιορτή της στιγμής

• Πιο πέρα ένα χαρτί τσαλακωμένο με ίχνη από πατήματα κάποιου που δε σεβάστηκε την ασήμαντη σκέψη κάτω από ένα μπρούτζινο ανέκφραστο άγαλμα

• Και να και δυο τρία περιστέρια να λεηλατούν το υπόλοιπο ενός καλαμποκιού και ένας μετανάστης να ετοιμάζει την πραμάτεια του

• Σε λίγο η κατάληψη των γύρω δρόμων από τους μεσημεριανούς εισβολείς θα τελειώσει, το τοπίο θα ερημώσει και τα χειροκροτήματα θα μπουν στο υπόγειο να φυλαχτούν για το επόμενο εόρτασμα

• Η πονηροκρατία αποχωρίζεται, μπροστά αυτή και πίσω η ορχήστρα του δρόμου

• Το εμβατήριο σβήνει κι οι πλάτες γίνονται κουκκίδες μικρές. Ο μικρός έφαγε το σουβλάκι έγλειψε τα δάχτυλα του, έδωσε το σημαιάκι στη μάνα του κι αρχίζει τη μουρμούρα

• Στο παγκάκι με τις ανάγλυφες υποσχέσεις τα φιλιά δίνουν και παίρνουν

• Τα καφενεία γεμίσαν τα λόγια απλωθήκαν, αστεία και πειράγματα και χρόνια πολλά, συστάσεις και χαρές, χαριεντισμοί και φιλοφρονήσεις

• Σε λίγο το βραδάκι θα προαναγγείλει τη νύχτα, τα σκουπίδια θα απομείνουν μόνα τους παραδομένα στο νυχτερινό φύσημα, να γράψουν το ακροτελεύτιον της πανηγύρεως

• Από αύριο αρχίζουν οι ψίθυροι και τα μινυρίσματα

• Αύριο που είναι καθημερινή

• Και γιορτάζεις εσύ!

 

λοξός

loksos@gmail.com