Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 9/7/2009

· Στο βυθό της Θάλασσας ένα τεράστιο ψάρι παραμόνευε στην είσοδο της ξεχασμένης τρύπας. Γιγάντιο, υπερμέγεθες, με ένα τεράστιο στόμα και μυτερά πτερύγια. Τρομακτικά ακίνητο άφηνε να προσπερνά από μπροστά του η αδιαφορία των μικροοργανισμών, που χαιρόταν την ομορφιά του μεγαλειώδους σκοτεινού

· Στην καρδιά της θάλασσας στρογγυλοκάθισε ο νους βγαίνοντας από το καβούκι του. Από τη μια η αφόρητη κυκλαδίτικη ζέστη που ξέχασε ο Βοριάς να δροσίσει κι απ’ την άλλη τα συμπεράσματα του χάους, που δεν σε άφηναν να χαρείς εκείνες τις πιτσιλιές που μετανάστευαν στην σκεβρωμένη βάρκα, από τα πλαταγίσματα της ανεμελιάς

· Η μια στιγμή έπιανε την επόμενη από το χέρι και την έκανε να παραμιλά στο μικρό κατάστρωμα, ανάμεσα στις μικρές σταγόνες, που σαν γυαλενάκια γυαλιστερά γλιστρούσαν αργά κι ηδονικά. Ψυχές παραμορφωμένες, επιθυμίες και μυρουδιές από μικρές απολαύσεις. Στις παράλιες τοποθεσίες με τα βραχάκια για σκιά και τον κρίταμο να γαληνεύει την αγριάδα του οξύμορφου και την κάππαρη να μαζεύει γύρω της τα χέρια των μαγισσών της γλωσσικής ευχαρίστησης. Αυτών, των γνωστών πρωτευουσών, με τα λευκά φορέματα και τα άμφια της κείμενης καταξίωσης. Περιστρεφόμενες οι συνθήκες της απώλειας του κατανοητού. Μια παράταιρη ξεχωριστή αδυναμία για να ορισθούν τα ελλείμματα της πρόκλησης.

· Μια ειδησιογραφία δυσώδης έχει κατακλύσει το μυρωδάτο τοπίο της ημεδαπής. Λέξεις προερχόμενες από σειρές ιστοριών παιδικών αναμνήσεων, ορίζουν την εγκληματικότητα, για να αγιογραφήσουν μετά το προσδιορισμένο της πραγματικότητας

· Συμβόλαια θανάτου στη ζωή των υψηλών παραδειγμάτων, στα ελληνάδικα της διαστροφής και της καταστροφής, στα άντρα της ελληνοβλαχιάς, της αλαζονείας των σκαρπινιών και των υφασμάτων των χρυσοποίκιλτων.

· Ένα τεράστιο ντεκολτέ το χάσμα των συνωστισμένων ανθρωποειδών του μηχανισμού και μια βαριά φιγούρα το τέρας που καταπίνει οτιδήποτε τολμά να ξεφύγει από το περιτύλιγμα

· Στα ριχτάδικα της μειωμένης αντίληψης, στα σκάφη αναψυχής των ευνοημένων, στα ιερατεία της απόλαυσης και της σπατάλης, στην άλλη εποχή της ιστορίας της ζωής, οι νύφες ετοιμάζονται

· «Βαριέμαι» ακούγεται η φωνή του μικρού και η μάνα του εξοργίζεται. Απέναντι η Θάλασσα τα βότσαλα και το μικρό ραδιόφωνο με τη μικρή κεραία να γρατσουνά τον ουρανό. Μικρές λέξεις, αποσπάσματα κομματιών, γνωστών ερμηνευμάτων, περιγραφική δύναμη καθορισμένη, που σε κάνει να γυρνάς με μανία το κουμπί.

· Ξεφεύγεις, ρουφώντας την αναστάτωση

· Κίτρινο φόρεμα να δένει στη πλάτη, κίτρινα εσώρουχα να αποκλείουν τη διαφορετικότητα της λεπτομέρειας. Κλειστά μάτια, μπόλικο πασπάλισμα μ’ αλμύρα και «Κύριος, Κύριος». Ένας πλανόδιος μετανάστης με το παράνομο τραγούδι στη μασχάλη, να σου χαλά την απεικόνιση

· Κάτω από τον ήλιο με κλειστά τα μάτια οι φαντασιώσεις μεταποιούν το τοπίο. Κι οι έμμονες επανέρχονται πανικόβλητες να ασελγήσουν

· Ένα φεγγάρι ολόγιομο πάνω από το νεκροταφείο του μικρού νησιού. Μαρμάρινοι σταυροί καλλιτεχνήματα εμπνευσμένα και πλήθος πολυθλιβών στις άκρες του μεγάλου δρόμου περίμενε το νεκρό. Οι συγγενείς ξεχώριζαν εύκολα από τα μαντίλια στο στόμα και οι υπόλοιποι επισκέπτες, καθημερινοί επισκέπτες των τελετών του αποχαιρετισμού, ανέλυαν το παρελθόν του εκλιπόντος και την τιμή του καφέ στο παραπλήσιο καφενείο της Ρίτσας της χοντρής. Κερδοσκοπία ανηθικότητα και ανασφάλεια οι πρώτες σελίδες της οδύνης. Ένα νεύμα και ένα «έρχεται», έκαναν τα πηγαδάκια να σιωπήσουν. Ο νεκρός πέρασε και πίσω του οι κηδόμενοι με τις ίδιες ξεσηκωμένες κι απαράλλαχτες κινήσεις, που χαρακτηρίζουν επαρκώς έναν αξιοπρεπή θρήνο, να ακολουθούν

· Η πομπή ξεπέρασε την μεγάλη Πύλη και το σιωπηλό δειλά δειλά έγινε ψίθυρος και μετά γέλιο. Το καθιερωμένον εξετελέσθη. Στη συνευρέσεις των ζωντανών η μνήμη ακυρώνει το τέλος

· Και στον καφενέ τον έλλυπο, το ανασήκωμα ήταν μεγαλοπρεπές, όταν η γουλιά του πανάκριβου πολυτελούς ζωμού χρωμάτισε το λαρύγγι. Ένα απαγορευμένο τσιγάρο και μια χειραψία με ένα μορφασμό περίλυπο. Περίληψη θλίψης

· Ο κατήφορος μετά και το χαμόγελο χαζό εγκαταστάθηκε στα χείλια, σκεπτόμενο την σημερινή μέρα

· Κάποια χαχανητά παρευρισκομένων σε μια γωνιά προκάλεσαν την επιτάχυνση του βήματος

· Φόβος και τρόμος, οι κάτασπρες οδοντοστοιχίες που ανοιγοκλείνουν στα ξεχασμένα θολάμια

· Το ψαράκι έμενε κι αυτό ακίνητο η μικρή ουρά έτρεμε και τα ματάκια του γούρλωναν μπροστά στο θεριό

· Έβγαλε τη μουσούδα του λιγάκι για να δει πιο καθαρά. Ήταν παγιδευμένο. Οπισθοχώρησε και κούρνιασε ανάμεσα στα κρινάκια τα ανήλιαγα που λικνιζόταν εκμεταλλευόμενα το παιχνίδισμα της απορίας του βυθού

· Στις τρύπες δυο μάτια ζωντανεύουν τη ζωή και δυο μάτια περιμένουν το θάνατο

· Στις τρύπες όλου του κόσμου τα μικρά ψάρια ακίνητα περιμένουν αποκλεισμένα το μεγάλο στόμα

· Κάπως έτσι τελείωσε εκείνο το απόσπασμα από μια μισοσβησμένη κιτρινισμένη σελίδα ενός παλαιού ημερολογίου

· Στην ετικέτα, δεν ξεχώριζες το όνομα

· Είχε σβηστεί!

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 2/7/2009

· Τον άγγιξα θορυβημένος

· Μόνος του χτες, ανάμεσα στην διαγραφή των συναισθηματικών αποκλίσεων και στην αναγραφή των αρχέγονων σημείων, αυτών των εμπεριστατωμένων στιγμών της ανάσας και της απόλαυσης. Γύρω ασήμαντοι παραχαράκτες των εικόνων, των λυτρωτικών αυτών παραισθήσεων, προσπαθούσαν ευθαρσώς και αναιδώς να αναγορεύσουν σε αυτοκράτειρα την παραπλάνηση. Σκεπτόμενη η εικόνα αναθάρρησε και κατευθύνθηκε ταχέως στην κοιλάδα του στρογγυλού ξεφωνιάρικου μηχανισμού με τα δυο τύμπανα στην κορυφή και την παλλόμενη ράβδο με το μικρό σφαιρίδιο στην άκρη, που χώριζε το φευγιό απ την πραγματικότητα. Ο ύπνος ο μεγάλος ήσυχος, ο αδιάφορος γίγαντας με τα ακίνητα πόδια, χάζευε την ενηλικίωση των ονείρων προσπαθώντας να καταπιεί κανένα καινούργιο απ αυτά τα παραπεταμένα που απομένουν από τα ξεφυσήματα κάποιων περιπλανώμενων γεμισμένων παρειών

· Μια λεκτική προσέγγιση χρειάζεται η παραπλάνηση της ακινησίας, για να αρχίσει να εκτοξεύεται στα ψηλά κλαδιά και να κυνηγά τους μπάμπουρες που φωλιάζουν στις φυσικές κοιλότητες των πολυκαιρισμένων κορμών.

· Τα καλοκαίρια οι αναγγελίες των πρώτων γραμμών είναι αδιάφορες. Η σημαντικότητα των γεγονότων μοιάζει με χονδροειδές φούμαρο την ώρα που το πιτσίλισμα του απόνερου σφίγγει το κορμί και λυτρώνει την απορία της σκέψης

· Και εκείνο το χαρτοκάραβο φτιαγμένο με το δίπλωμα της καυτής επιθυμίας, βρεγμένο στα ίσαλα παραδέρνεται από τις νωχελικές κινήσεις του υγρού, που μουλιάζει την μοναδικότητα του σημείου. Και τα έξαλα αποκρυπτογραφούν την απεραντοσύνη της μοναξιάς, στο καταγάλανο ζωγραφισμένο. Μια λεπτομέρεια της γραμμής, που αντιστέκεται στην μακρινή ερμηνεία του ορίζοντα

· Και στις απομακρυσμένες από την αθωότητα της μεγαλόπνοης ανασαιμιάς της θάλασσας, δυτικές πρωτεύουσες, οι απειλές των νομικίστικων συμπερασμάτων αποπλανούν την ευθύτητα της καταγραφής του πραγματικού

· Αφορισμένη η υποσημείωση, παράταιρη επέμβαση ενός μεγαλοπρεπούς εμπαιγμού

· Κι απέναντι στους ξεθωριασμένους τόπους με τις ταράτσες να βράζουν, τις κεραίες να εξέχουν, είδη περιστεριών ακονίζουν τα ράμφη τους. Γυαλιά μυτερά στα πρεβάζια και καρφιά όρθια στις υποδοχές των λουλουδιών. Οι γάτες νιαουρίζουν νευρικά και τα σκυλιά βγάζουν τη γλώσσα, ενοχλημένα από την αυθάδεια της καλοκαιρινής υγρασίας.

· Ξυράφια οι λέξεις τρομοκρατούν τα φουσκωμένα σώματα και την νοημοσύνη των κοιλιακών. Κώλοι σφιχτοί, βυζιά στητά και μυαλά κουρέλι, γλώσσα πρωινή και βουτυρωμένη άποψη περί ηθικής και πολιτικής κι ο γλάρος αριστοκράτης λευκοντυμένος, να πετά ανάμεσα στις πετσέτες προσπαθώντας να βρει συντροφιά στις παραπομπές των επεμβάσεων της αισθητικής

· Γράψε μου μια εικόνα, ξεφώνισε ο ικέτης στην άλλη γραμμή του κόσμου.

· Κι ο επίλογος αργούσε ακόμα, ήταν γυμνός, δίπλα του οι λέξεις ακατάστατες, σκονισμένες και παραδίπλα μια σκούπα ένα φαράσι και ένας κάδος με παλιόχαρτα

· Ο Ιούνιος φεύγει ο Ιούλιος παραμονεύει. Οι βοριάδες θα αναθαρρήσουν κι η αυταπάτη θα ανέβει στο θρόνο της

· Τα πάθη θα βολευτούν στις αμμουδιές και θα ηλιοκαίγονται κι οι ανάσες θα ανησυχούν τους περαστικούς που αποχωρούν

· Θέλω να αναποδογυρίσω το κείμενο να τρέξουν τα τελειώματα να πνίξουν την αρχή, να γιομίσει ο τόπος με άσπρα γιασεμιά, που τα κρατούν πολυχρονισμένα χέρια και φτιάχνουν φωνές, που θα τρέχουν και θα πιάνουν τον ουρανό. Να τον τραβήξουν θέλουν στο πάτωμα, να τον καρφώσουν εκεί, μπας και περάσει η ανάσα στη σκόνη και λυτρωθεί το έδαφος.

· Πέρασε η συλλαβή απέναντι να ξεκαλοκαιριάσει μαζί με τους τζίτζικες και τις χρυσόμυγες. Ένα κουβάρι έγινε το παραλήρημα κι ακόμα ψάχνεις την αρχή. Κι αυτό το μουρμουρητό της θάλασσας να ξεπερνά την ιεροτελεστία της παράβασης

· Μια μαγική εικόνα με το μακρύ αραχνοΰφαντο ύφασμα τυλιγμένο στη μέση να φεγγίζει στην άκρη του συναπαντήματος των αντίξοων συνθηκών

· Σηκώθηκε η απερίγραπτη θύελλα μασούλησε τα βοριαδάκια και θέριεψε. Τρομάξαν τα απομεινάρια και λουφάξαν στην αγκαλιά της εκδήλωσης

· Κι εκείνο το σημάδι το ανάποδο στην κόλαση του βλέμματος θέλει να ξεχάσει τη μοιρασιά των στιγμών. Μια ευχή σου ήρθε στο νου και πέταξες το σκουπίδι στην αγκαλιά του τενεκέ.

· Πως μπορείς και σωπαίνεις? Ακούστηκε από μακριά

· Ούτε που γύρισε να κοιτάξει, ανοιχτές οι σελίδες. Αναγνώσεις χαμηλών καιρών

· Άσε με να σε χαζέψω λίγο να φανερωθεί το κύμα να απογυμνωθεί η φωνή, τόλμησα να ψελλίσω

· Χαμογέλασε το χαρτοκάραβο, τα έξαλα λιγόστεψαν και το βρεγμένο κυριάρχησε

· Σε λίγο θα το καταπιεί η υγρασία της απεραντοσύνης. Έγειρε, φαινόταν μονάχα το χάρτινο άλμπουρο. Η τσιμινιέρα μουγγάθηκε και ο κύκλος έκλεισε

· Ο γλάρος έφυγε μαζί με τον Ιούνιο και τα γυμνά σου πόδια ποθούν εκείνη την απόμακρη νοσταλγία της θύμησης

· Έσκυψα με απίστευτη τρυφερότητα κι άφησα τα χείλη μου

· Μάζεψα όσες λέξεις ήταν μοναχές και ξεκίνησα

· Σε λίγο, ξημέρωνε πάλι

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 25/6/2009

· Το μεγάλο δάσος με τους κέδρους με τις οξιές και τα πλατάνια χάζευαν οι ελιές, από το ταπεινό ύψωμα με τις ξερολιθιές, που το ερωτοχτυπούσε το ανακάτεμα του ήλιου με την δροσερή ειρωνεία του βοριά του φλύαρου

· Μια βαριά πατημασιά άφησε τα ίχνη της στα ξερά χόρτα που κάλυπταν το χωμάτινο κατασκεύασμα των μεταποιητών του τοπίου

· Ανενόχλητη η μεγάλη αρκούδα με το οξύ ρύγχος έσκυψε και ανακάτεψε τα υπολείμματα της γλιστερής παχύρρευστης ουσίας που είχε απομείνει στα τοιχώματα του τενεκέ, με την τεράστια απεικόνιση στην πρόσοψη, του καρπού της ελιάς, αυτού του συμβόλου της δημιουργικότητας αλλοτινών χρόνων και σύμβολο σαρκαστικό των τωρινών απροσδόκητων εκδηλώσεων, των απανταχού επιτυχημένων εικονισμάτων της ευρωκρατίας και των μυρμηγκιών των σκυμμένων, από την ανάγκη για τροφή νερό και ανέλιξη

· Το δάσος είχε γεμίσει απ αυτά τα μεγαλόσωμα ζώα με το πολυτελές τρίχωμα, τις μακριές φουντωτές ουρές και τις πανάκριβες θήκες με τις μυρουδιές και τις ατέλειωτες χάρτινες υποσχέσεις με τους αριθμούς και τα ονοματεπώνυμα. Και τα σκυμμένα μυρμήγκια των υποκλίσεων, των χαρωπών χειροκροτημάτων και των ανυπέρβλητων ικανοτήτων, υπομονετικά περιμένουν το πέλμα για να γίνουν ιχνογραφήματα στον μαυρισμένο καμβά των κατασκευασμένων θυμάτων. Όταν χορεύεις με την αρκούδα είσαι ευτυχισμένος, όταν το μεγαλόσωμο όμως γρυλίζει, η ανατριχίλα περίσσια ακουμπά στο κορμί και τα μικρά δόντια τρέμουν και κτυπούν από το περόνιασμα που προκαλεί ο φόβος

· Και τα μεγάλα δάση απροκαλύπτως θα φτιάχνουν σκιές έτοιμες παγερές, για να τουρτουρίζει η ψυχή και το σώμα και μόνο κάποια ξερόχορτα ξετσίπωτα θα καταφέρνουν να περιελιχθούν στα αφημένα επί τούτου μονοπάτια που οδηγούν στα ξέφωτα

· Κι έτσι στα συντεταγμένα πανύψηλα δέντρα με τις μεγάλες φούντες και τα τεράστια καπέλα στις φωνές και στα κηρύγματα της δήθεν δικαιοκρατίας, κακοποιητές των εννοιών της ελευθερίας της δημοκρατίας και των επιλόγων, εκπυρσοκροτούν το αλλοιωμένο ερμήνευμα και υπηρετούν το δάσος με τους επιβλητικούς γίγαντες

· Και η ματιά γίνεται θολή και το λευκό ωχρό

· Οι γνώμες κλείνουν, το μυαλό αποσύρεται από την παρατήρηση, κουλουριάζεται και κατεβάζει τα ρολά

· Τα παιχνίδια φτιάχνουν μια διαδρομή και τα παιδιά δεν παίζουν πια μόνα τους

· Κρεμασμένες αράχνες, σφαίρες, σταυροί αρχαιοπρεπείς, προσευχές μονότονες. Μια απελπιστική αθλιότητα

· Κι ένας ήχος απηυδισμένος να προσπερνά το μέτρο και να αφήνεται παραδομένος στα αφηνιασμένα πατήματα των μεγάλων δαχτύλων

· Ξύπνησα άσχημα το πρωί. Ένας πονοκέφαλος βρήκε ένα άνοιγμα και μπήκε και στρογγυλοκάθισε μέσα μου. Προσπάθησα να σκεφθώ μια λησμονιά μπας και ξεχαστεί το τρεχαλητό του πανικού και σωθεί το μυαλό. Ήθελα να κλείσω τα μάτια και δεν κατεβαίναν τα βλέφαρα και θάμπωνε η κόρη και ξέφτιζε ο νους και γινόταν υγρασίες και τρέχαν τα ανοίγματα τρέχαν οι σταγόνες και φεύγαν μακριά. Στηρίχτηκα για λίγο και είδα δυο γέρους στις καρέκλες τους στο αυλιδάκι. Κοίταζαν πέρα χωρίς να μιλούν. Ο χρόνος ήταν απέναντι και ερχόταν. Αυτός ο ανύπαρκτος που περνούσαμε εμείς κι αυτός χάζευε το πέρασμά μας

· Κι έχεις και τον άλλον και σου λέει το πρωί που στραγγίζεις τα όνειρα σου πως κάνουν το σπανακόρυζο. Και σκέφτεσαι μήπως το δίκιο είναι εκεί μήπως η ευθύνη αυτής της απίστευτης ομορφιάς που τυλίγει τον ουρανό που κάνει τη θάλασσα να αγριεύει τη ρίγανη να μυρίζει και το δυόσμο να ψιθυρίζει μήπως τελικά είναι όλα μια συνταγή κάποιου σπουδαγμένου γευσιγνώστη? Βρε συ μήπως ξέχασες να βάλεις λίγο φασκόμηλο να διαφοροποιήσεις το βλέμμα σου?

· Άνοιξες το κουτί με τις ασπιρίνες και έβαλες το άσπρο χάπι ανάμεσα στα δάχτυλα. Από μικρός δεν μπορούσες να καταπιείς ούτε ένα χάπι

· Πήρες μια χαρτοπετσέτα την ακούμπησες στο μάρμαρο κι έκανες σκόνη το σκεύασμα. Μια γουλιά νερό κι απλώθηκε η πικρίλα. Άδειασες το ποτήρι. Σκούπισες με την αναστροφή του χεριού σου τις σταγόνες που δεν πειθάρχησαν και περίμενες να δραπετεύσει η εμμονή

· Το τηλέφωνο κτύπησε.

· Μην ξεχάσεις να πεις χρόνια πολλά σ’ αυτούς που γιορτάζουν τον Ιούνιο, ακούστηκε η φωνή της επισήμανσης

· Του Αη Γιαννιού του καλοκαιριάτικου, με τις παραδόσεις τις φωτιές και τα πηδήματα.

· Κι αυτά στο όνειρο, γιατί οι φωτιές σβήσανε και μείναν τα πηδήματα τα αλλόκοτα, τα τρελά, τα απεγνωσμένα

· Θα ξεφύγω στην αμμουδιά εκείνη τη μέρα θα πάρω δυο παλούκια, λίγα ξερόχορτα, θα τα κτίσω όμορφα, καλλιτεχνικά. Θα πάρω και ένα πεταμένο χαρτί για προσάναμμα και θα ανάψω μια φωτιά και θα πάρω φόρα, θα τρέξω και θα πηδώ γύρω της και θα φωνάζω και θα ακούω και θα πηδώ γελώντας δυνατά κι άμα θέλω θα κλαίω, θα κλαίω, όσο θέλω, όσο θέλω!

· Και μετά θα πάρω τα αποκαΐδια αγκαλιά και θα τα βάλω στο κασόνι

· Τα κόκκαλα της φωτιάς. Για να θυμούνται οι παλιοί

· Και να μνημονεύουν οι νέοι

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 18/6/2009

· Στην τενεκεδούπολη των ακατανόητων ταυτοτήτων. Απόγνωση στις τελείες των συναισθημάτων των πρωτοφανών εκδηλώσεων της λογικής των επιχειρημάτων. Μια εντελώς ηθελημένη και οχληρή ατμόσφαιρα ξεπετάγεται γεμάτη από μαυροφορεμένες σκιές χαμηλωμένες από το βάρος μιας λογικής που δεν έχει ούτε αναλυτική επιχειρηματολογία αλλά ούτε συνθετική δημιουργικότητα. Περίπτωση συμπεριφοράς ενός παρηκμασμένου κοινού κατευθυνόμενου από την ρητορική της συμφοράς και της τσαχπινιάς ενός ωραιοποιημένου ηλίθιου ανεκδότου.

· Καθισμένος στο απέναντι παγκάκι έβλεπα το σκύλο να παίζει με το κονσερβοκούτι. Ο θόρυβος εκκωφαντικός και παραπέρα το αγκαθωτό συρματόπλεγμα είχε στολιστεί με χιλιάδες λαμπιόνια, απ’ αυτά τα πολύχρωμα, που φτιάχνουν τα χαμόγελα στις εορταστικές ακολουθίες

· Ένας μικρός ξυπόλυτος με ένα τρικό βρόμικο και ένα κοντοβράκι χαμένος στο λυπητερό τοπίο που του φτιάξαν κάποιοι ατάλαντοι ελαιοχρωματιστές με φανταχτερά πινέλα περίμενε να περάσει η μπόρα να φτάσει στη βρύση να ρίξει λίγο νερό στο κηλιδωμένο από τα λασπόνερα πρόσωπο του. Ένας σκύλος, ένα κονσερβοκούτι, ένα αγκαθωτό συρματόσχοινο και μια παιδική ματιά που περίμενε τη δροσιά

· Κοιτάς δεξιά και αντιλαμβάνεσαι το περισσότερο δεξιά που νόμιζες ότι είχε χαθεί στο ονειροπόλημα της διήγησης των δρόμων που αχνά φώτιζαν τον ηρωισμό της νιότης σου.

· Κοιτάς αριστερά και εκεί η μελαγχολία κατακάθεται στο τελείωμα της λέξης αφήνοντας τις μικρές ανάσες να ξεπεράσουν τον ήχο της ερμηνείας αυτής της νοσταλγικής δημιουργικής έννοιας

· Ένα μοναχικό απόγευμα κάτω από έναν ήλιο που του ξεφεύγει που και που κανένα χαμόγελο έτσι για να δικαιολογήσει κι αυτός τη θέση του στο στερέωμα. Μια ξεβράκωτη εικόνα ομορφιάς που αποκλείει τη μονοτονία από το βαθυσκότεινο της καθημερινότητας

· Φτάσαμε σε έναν σταθμό και περιμένουμε μπας και φανεί το φουγάρο στη στροφή. Στο τοπίο της ανυπαρξίας που ο Υπερίων διορισμένος φέγγει από ψηλά και η Σελήνη χαμηλώνει κατόπιν διαταγής

· Το απρόσμενο, το χάδι της βροχής, οι φυλλωσιές οι τρεμάμενες, ακόμα κι αυτός ο κυματισμός της θάλασσας της απέραντης σε διατεταγμένη υπηρεσία. Ένα μνημοθέσιον ιδεών, πληροφοριών και συναλλαγών ενα σύνολο υπαλληλίσκων σε εταιρία διανομής

· Κι χιλιάδες σταυροί αραχνιασμένοι στα μαρμάρινα δάπεδα όρθιοι διακόπτουν με το σχήμα τους την επιθυμία για οποιαδήποτε μετάβαση στο μεταφυσικό της κατανόησης

· Κι εσύ φεύγεις στις παραλίες κατευθυνόμενα απενοχοποιημένος κι αδιάφορος και θολώνεις τα νερά αντί να πετάξεις κατάμουτρα την αντίδραση στην κάλπη τους

· Οι οιωνοσκόποι σύσσωμοι έκαναν μια μεγάλη ήττα να φαίνεται μικρή και στην εποχή της δικαιολογημένης αμφιβολίας εσύ χαμογελάς γιατί έχει σκληρύνει ο νους και το δάχτυλο δεν ξύνει το καύκαλο με απορία εδώ και χρόνια

· Και στις αράδες των πολυτελών γραφών του καθορισμού του πολιτικού προγραμματισμού αλαζόνες διπλοπρόσωποι κατευθύνουν με περιγραφική δύναμη περίσσια τα σενάρια της ιστορίας και οι εμπνευσμένοι άρχοντες ακολουθούν κατά γράμμα τα σενάρια των εκλογικευμένων διαδικασιών των προτάσεων

· Σε ένα κόσμο που η θάλασσα ακολουθεί το βιολί της κάτω από έναν ουρανό που δε χολοσκά για τίποτα και ο στρατηγός άνεμος συνεχίζει να αποκαλύπτει την ανικανότητα των ανθρώπων που κυβερνούν ένα τόπο που ζει κι αναπνέει στην εντατική με την υποστήριξη μηχανημάτων

· Μια τραγωδία αλλεπάλληλων ευθυνών έχει φέρει την πληθωρικότητα της χαυνότητας να εκπέμπεται από όλα τα παραθυρόφυλλα της όμορφης Πολίχνης

· Η ώρα περνούσε σε λίγο θα αρχίζαν οι ειδήσεις και εσύ κατέστρεφες το σύνθεμα που έβλεπες ανοίγοντας τα μάτια σου. Στους ζωγραφισμένους χάρτες άγνωστα νησιά σπίτια μεγαλοπρεπή εικόνες και παρατυπίες της ηθικής εφιάλτες με μεγάλες μύτες

· Θες να πεις κι ένα τραγούδι και δε μπορείς αυτή η καρακάξα εκεί πάνω με τη μαύρη γραβάτα την καθολικώς ορθόδοξη συμπεριφορά έχει αδράξει το μικρόφωνο και μονολογεί. Σε κάθε δελτίο η ίδια φωνή να φωνάζει για να χασκογελούν τα σκιάχτρα της ανεκτικότητας

· Και μόνο εκείνος ο μικρός ο αλητάμπουρας περιμένει το σκύλο να πάρει το κονσερβοκούτι να εξαφανιστούν τα λαμπιόνια απ το συρματόσχοινο. Να ανοίξει τη βρύση να βγάλει τις κηλίδες απ’ τη λάσπη που του πετάξαν όταν γυρνώντας απ’ το σχολειό είδε εκείνο το σπασμένο λουλούδι και το μάζεψε αφήνοντας το στο μικρό νερόλακκο να πιει να ζωντανέψει

· Μια μεγάλη αναπνοή και εκείνο το λουλούδι στη μικρή γούβα τρομαγμένο έχει απομείνει να περιμένει ένα περαστικό χάδι και ένα φωταγωγημένο περβόλι με συντροφιά

· Αλλά εσύ που να προσέξεις κακόμοιρε πόσα σπασμένα λουλούδια πατάς κάθε μέρα σφυρίζοντας αδιάφορα

· Και πόσες μικρές άγιες λιμνούλες νερό έχεις αποφύγει για να μη λερώσεις τα λουστρίνια σου

· Περαστικέ περιστρεφόμενε πεζοπόρε

λοξός

loksos@gmail.com