Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

·      Η παράγκα ή αλλιώς παράπηγμα ευδοκιμεί σε τόπους χλοερούς σε  τόπους φωτεινούς σε τόπους αναψύξεως

·      Πηγμένη παρά τη δοτική την πτώση, την κρυμμένη στα κιτάπια της αφάνειας, μπορεί ενίοτε να επιφέρει μεταβολές ποικίλες σε οτιδήποτε περιφέρεται ασκόπως δεξιά κι αριστερά, κομίζοντας κελαηδισμούς,  από τα κατά καιρούς εμφανιζόμενα, τρία πουλάκια που κάθονται στου δείνα το λημέρι

·      Στα κρατικά τραγούδια τα τρία πουλάκια παίρνουν διάφορες μορφές, χοντρές αδύνατες ισχνές, μοναχικές γελοίες και ελεεινές, ουράνιες και επουράνιες, σκεπαστές και θεοσκέπαστες, με γένια και με χτένια, ξανθές  μελαχρινές, καστανές  σγουρές  και καμιά φορά και καραφλές

·      Στα παραπήγματα οι σανίδες είναι κομμένες από επιτήδειους ξυλόγλυφους και τοποθετημένες στη σειρά, ούτως ώστε καμιά ανάσα να μη μπορεί να αναστατώσει το άβατο της υπέρκοσμης  σιγουριάς

·      Στην κλιμακωτή διάταξη των καθισμάτων σημειώματα μολυβιές και περισσή σοφία, επιμελώς ερριμένη σχημάτιζε την εικόνα της παράστασης με χίλια δυο σκιαγραφήματα

·      Λαμπιόνια σε σειρές, με αποστάσεις ίδιες, στρατιωτάκια της χαράς και της νιότης, φωνούλες μικρές και μεγάλα χεράκια με τεράστια δάχτυλα, με περιποιημένα νύχια και δόντια και παρανυχίδες στην εντέλεια, καλλιτέχνες της ταχύτητας της σκέψης και της σύνεσης, ταχυδακτυλουργοί της αλλοίωσης και της άλωσης κάθε συμπεράσματος

·      Μικρές σκιές, μικρές λέξεις, μικρές ιστορίες, μικρό ακροατήριο

·      Στην σκηνή, στο αναλόγιο, οι αριθμοί είχαν την τιμητική τους

·      Λογιστική και συλλογιστική σε μια συνεύρεση που αρμόζει στην αηδιαστική  ζωγραφική των ημερών

·      Ληστρικές επιδρομές των βαρβάρων, εκβιασμοί στα κρυφά μονοπάτια, μαύρα ράσα να μειδιούν με σιγουριά, ειρωνικές αναφορές, ατάκες  της υπεροχής συνοδευόμενες από την υπερβολή του μέγιστου  του απίστευτου ρήματος «ξέρω» και «γι αυτό γελώ» και μπορώ να κοιτώ στο στήθος σου και να καταλαβαίνω πως σκέφτεσαι και τι επιδιώκεις

·      Κατάστηθα λοιπόν η αναγνώριση

·      Κάποτε κοιταζόμασταν στα ματιά τώρα η ματιά καταφεύγει στις  υπόγειες διαδρομές

·      Χαραγμένη στο στέρνο η προφητεία

·      Και το χιτώνιον ανοικτόν για τους ιχνηλάτες της ελεεινής σχηματογραφίας

·      Και η περόνη στο πάτωμα, η περόνη η παλιά, της  διακόσμησης η λεπτομέρεια, της καλλιπύγου και εκπάγλου καλλονής το απαραίτητον

·      Και το σώμα γυμνό

·      Καρφίτσα η εξέλιξη της νεοελληνικής, της ασυδοσίας η σκιά, της βιας, της νοθείας, της ληστείας, της άρχουσας τάξης, των υπονόμων, των συμφερόντων, των καταπατητών και των κουρσάρων των φρικτών και των χυδαίων ανθρωποειδών

·      Της εκ του κάρφου γεννημένη και συνοδός των κάφρων  των αλλοτινών εποχών και συνειρμικώς, των σημερινών μορφών και νοοτροπιών.

·      Και το Σώμα γυμνό

·      Μια κουστωδία τερατόμορφων ασχημονεί πρωταγωνιστεί και εγκληματεί  και παραποιεί την γνώμη την άποψη και την ορατότητα

·      Και στο βάθος   της ατραπού, ένα κακό θεατρικό σχήμα ένα μπουλούκι περιπλανώμενων πανηγυριστών με την ίδια υπόθεση τα ίδια σκηνικά με την ίδια φωνή τον ίδιο ρουχισμό

·      Ένας επαναλαμβανόμενος ήχος ένα αφήγημα χιλιοειπωμένο

·      Πέντε έξι πουλάκια κελαηδούν κάθε βράδυ και χαράσσουν την πορεία του δράματος

·      Τα σοφά πουλάκια που κράζουν αναλόγως με τον κυματισμό των δημοσκοπήσεων των επιτηδευμένων ερωτήσεων και αποκρίσεων

·      Και οι νότες είναι επτά όπως και τα φωνήεντα και τα σύμφωνα δυστυχώς πολύ περισσότερα

·      Κι ο άνεμος χαριεντίζεται με τους ξύλινους φράχτες 

·      Ο κίναιδος ο άνεμος, μια από δω και  μια από κει, κουνά την άκατο  πέρα δώθε, κάνοντας το άκκισμα της σκάφης  πρόστυχο  παραλήρημα.

·      Κι οι παστρικές καμαρώνουν μες τα ξεπλυμένα τους ασπρόρουχα

·      Και μες στον οχετό των δηλώσεων, των εμφανίσεων, των αναλύσεων, εμφανίζεται κι η ανατολή ως μάννα εξ ουρανού για να μας επενδύσει

·      Τι Σου Ζιντάο, να ‘μαι η σκιά σου όπου πας, Τι Σου Ζιντάο να ‘μαι το χώμα που πατάς, Τι Σου Ζιντάο

·      Και πόσο γνώριμη γλώσσα, η γλώσσα των δράκων  και πόσο ακατάληπτη η μητρική μου

·      Ιδεόγραμμα  έγινε η κατανόηση μου

·      Και μια ανασαιμιά να περάσει παρακάλεσα, να μπει απ τις σανίδες να γιγαντωθεί να παρασύρει την εικόνα και να αποστομώσει τους σοφούς με τις γραβάτες και το περίσκεπτο ύφος τους

·      Και αν τεθεί  η ερώτηση

·      «Ποιοι είναι οι επτά σοφοί της Αρχαίας Ελλάδας?»

·      Οι περισσότεροι από κανένα παράθυρο κάποιου  παραπήγματος θα ξεπηδήσουν για να συμπληρώσουν τον αριθμό

·      Και άντε μετά βιας να είναι και ο Βίας

·      Και δε θα ‘ναι μαργαριτάρι, θα ‘ναι ο ορισμός του περιπαίγματος 

·      Και πριν την παραγραφή μας την πέσανε

·      Στα  μπρούμυτα.

·      Μας κόλλησαν στη μούρη ένα γυαλί με φωνές  και τζιριτζάντζουλες κι από πάνω μια κεραία για να συντονιζόμαστε καλύτερα

·      Κι ο Τηρέας ο σύγχρονος  με τη μάχαιρα να σου κόβει τη γλώσσα να μη μπορείς να βγάλεις άχνα  και τα χέρια πισθάγκωνα, να μη μπορείς να κεντήσεις τη φωνή σου

·      Και οι παραστάσεις θα συνεχιστούν μέχρις ότου υπάρχουν ουρές μπροστά από τα ταμεία

·      Οι  τηλεοπτικές  μέρες   στην Ελλάδα των ελλειμμάτων, των επενδύσεων, της ποίησης, της τέχνης, και της μουσικής

·      Της μυθολογίας της ιστορίας του θεάτρου και της φιλοσοφίας θα συνεχίσουν να διακοσμούν την αισθητική μας

·      Με  τα τακουνάκια των αυλητρίδων του μεσημεριού, τα ζεϊμπέκικα της μαγκιάς των πεφωτισμένων και τα τσιφτετέλια της αποπλάνησης των βαθύγλωσσων

·      Και θα τσουγκρίσουμε ηλιθίως και χαμογελώντας βλακωδώς θα ευχηθούμε

·      «Στην υγειά μας βρε παιδιά»

·      Και στο τέλος της θεατρικής παράστασης

·      Μια συρρικνωμένη ελπίδα

·      Αλιβάνιστη πεταμένη χωρίς σάβανα και προσευχές

·      Σκουπίζοντας τα μάτια της

·      Πέταξε δυο τρία δάκρυα

·      Το ένα το ‘χω ακόμη στη φούχτα μου

 

λοξός

loksos@gmail.com

 

 

 

 

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

·      Το αποχωρητήριο στα παλιά σπίτια βρισκόταν στην αυλή

·      Ένας μικρός διάδρομος  χώριζε το σαλόνι από την υληγενή υποδοχή

·      Ένα ταξίδι καθημερινό, με το φως του Ήλιου, με το φως του φεγγαριού

·      Δυο τρία σκαλάκια πέτρινα, σαν θρόνος.

·      Ανέβαινες. Καθόσουν. Ακουμπούσες στο φιλόξενο ξύλο και ο ανακουφιστικός αναστεναγμός διαπερνούσε το μισοσκόταδο και έκανε το χνότο να φτιάχνει μικρές εικόνες

·      Χειμωνιάτικο το  κρύο. Τα πόδια έτρεμαν. Η στάση γειρτή.  Κρατημένος στα σωθικά ο αέρας. Γκριμάτσα πλαγιαστή. Ήχος σφυριχτός και ένας υπόκωφος θόρυβος μαλακός συνόδευε την επαναφορά των χαρακτηριστικών του προσώπου στην κανονικότητα 

·      Στο πλάι, ένα καρφί στο τοίχο με τετράγωνα χαρτάκια με λέξεις από μελάνη, βοηθητικά υπολείμματα της ημέρας  

·      Περιοδικά εφημερίδες, παλιά τετράδια, κομμένα με το χέρι σε τετράγωνους σχηματισμούς συμμετείχαν στη χαρτογράφηση του καθαρίσματος των απολυμάτων

·      Μετά την επιτυχή κατάληξη του σφουγγίσματος τα συμμετέχοντα στην διαδικασία της κάθαρσης,   συντρόφευαν τα αποχωρήματα στο βάθος του λάκκου, στο σύνηθες ταξίδι της ανακύκλωσης  των αφοδευμάτων

·      Μια σεμνή τελετουργία,  ιδίως όταν το βράδυ ήσουν αναγκασμένος να κρατάς τη λάμπα με το γυαλί και η φλόγα από μέσα, να τρεμοπαίζει, ο βοριάς να κτυπά στα παραθυρόφυλλα και το σκυλί να αλυχτά στο πλατύσκαλο

·      Και μετά ο γυρισμός, μελαγχολικός, βάδισμα αργό, μάτια μισόκλειστα,  νυσταγμένα

·      Δόντια να τρέμουν, δέρμα ανασηκωμένο και καμπουριαστή στάση όταν η μάλλινη κουβέρτα σκέπαζε το άδειο κορμί

·      Το αποχωρητήριο ήταν μικρό συνήθως, καμιά φορά φιλοξενούσε και κάποια εργαλεία, που χρειαζόντουσαν για το μεροκάματο, τσουγκράνες, φτυάρια, αξίνες και  τσιμπίλια για τη μεταφορά και στη γωνιά πάντα μια βούρτσα και ένας τενεκές με ασβέστη που έπαιζε το ρόλο της απολύμανσης

·      Εκείνα τα χρόνια οι απόπατοι ήταν ασβεστωμένοι και κατάλευκοι

·      Το κελάηδημα ενός σπίνου μπορούσε να δώσει μια αλλιώτικη ομορφιά στις απίστευτες αυτές αναμνήσεις της ανακούφισης που σημάδεψαν τη ζωή των ανθρώπων που μεγάλωσαν στα παλιά σπίτια

·      Ο σπίνος, αυτός ο χειμώνας με τα φτερά και τη φωνή την γλυκοστάλαχτη που χρόνια έχει να ακουστεί να τραγουδά το χιόνι

·      Η εξέλιξη του αποχωρητηρίου έφερε και την εξαφάνιση του σπίνου και των τετράγωνων πολύχρωμων χαρτιών που γράφαν λογαριασμούς και παραγγελίες, με την αδρή επιφάνεια, που τρυφερά αγκάλιαζαν όμως, τις ευαίσθητες περιοχές 

·      Στη θέση τους λαμπερά άσπρα χαρτιά με διάφορα όμορφα σχήματα, απαλή υφή και καμιά φορά μέχρι χριστουγεννιάτικες καμπανούλες, να στολίζουν και να τονίζουν την εορταστική ατμόσφαιρα της μοναχικής αυτής απόλαυσης

·      Πλακάκια πολυτελείας, πορσελάνινες λεκάνες και καθρέφτες, φώτα λαμπερά και θερμαινόμενα πατώματα και δώματα,  έκαναν τον απόπατο να φαντάζει ανάκτορο στα μάτια του ταξιδευτή τού πίσω

·      Στους μετέπειτα  χρόνους οι απόπατοι φυγάδευσαν την ομορφιά της κουρελούς και του αχνιστού χαμόμηλου στα μικρό καθιστικό του παλιού σπιτιού

·      Τώρα πια ένας κυρίαρχος κοπρώνας πολυτελής  και  μια δυσοσμία με μάρτυρες φτιαγμένους από αρχιτέκτονες μαστόρους, ειδικευμένους στην πολυφαγία

·      Και αμέτρητοι επισκέπτες  στα μεγάλα σαλόνια με τα χρυσο ποιλκιτα  χαλιά που κυριαρχούν και εκκοπρίζουν

·      «Τι θα γινουμε γιαγιά?»

·      «Σκατομαμουνες γιε μου»

·      Απάντησε η γιαγιά του περασμένου αιώνα

·      Φιλοσοφώντας τη ζωή, σαρκάζοντας το θάνατο

·      Το σκώρ στην ονομαστική, στη γενική, αναζητήστε το θέμα του απεικονίσματος

·      «Σκατά» «merde» και η πραγματικότητα υποκλίνεται στην   αναπαράσταση των εκφράσεων

·      Η μαφία της αφόδευσης και  οι συλλέκτες των κοπράνων

·      Η εμετική προέλευση της κατασκευασμένης ηθικής

·      Κοινωνία βρόμισες τα περιττώματα

·      Μηχανορραφείς και καταργείς το υπόλοιπο της γραφής, της κατανόησης και της ορθογραφίας

·      Πέταξες την ομορφιά και καταχράστηκες το όνειρο

·      βογγώ, δακρύζω, παραμιλώ

·      ενίστημι τον νουν

·      Και συνθέτω

·      Η μικρή ταινία ανασήκωσε το κεφάλι της  κοίταξε δεξιά κι αριστερά της, έφτιαξε τα μαλλιά της  και βγήκε μέσα από την δυσώδη επιφάνεια της κοπριάς

·      Σύρθηκε κι άρχισε να καταπίνει αργά αργά αλλά μεθοδικά ότι βρισκόταν στο διάβα της

·      Από πίσω της χιλιάδες σκουλήκια του ιδίου αγήματος και κάτι αγκαθωτές κάμπιες άρχισαν να ακολουθούν και να φτιάχνουν έναν συμμετρικό σχηματισμό

·      Ξεχάστηκες για λίγο κοιτάζοντας τη βροχή που έπεφτε και χιλιάδες ταινίες είχαν περικυκλώσει τα πόδια σου

·      Πολλά σκουλήκια της βροχής, μεγάλα, μικρά, χαμογελαστά λυπημένα ήταν όλα εκεί

·      Σκουλήκια της λάσπης

·      Σε λίγο θα έχουν καταλάβει το κορμί σου

·      Μια έντονη φαγούρα, ένας πόνος, δόντια σφιγμένα

·      Να και οι μαμουνες αυτές οι χρυσοπράσινες μαμούνες που λαμπυρίζουν, με τη διαπεραστική φωνή

·      Όλοι μαζί εκεί, να αφοδεύουν, να γελάνε και να μαζεύουν

·      Να γελάνε δυνατά, πολύ δυνατά, μα εσύ ξέρεις να λοιδορείς  τη μοίρα σου

·      Κοπριά καθήμενη επί του αδιαψεύστου

·      Αρχοντική η δυσοσμία  σου  κοινωνία, αλλά την οσφραίνομαι πια για τα καλά

·      Και το απέναντι νεκροταφείο στέκεται απορημένο και επιβλητικό

·      ‘Ενα αποχωρητήριο της ζωής, με τους σταυρούς και τα καντήλια, να συνοδεύει το κλείσιμο της παραγράφου με μια πρωτοφανή μελαγχολία

·      Κι από μακριά ένας σπίνος να προσπαθεί να πει δυο λέξεις  να ακουστεί

·      Αλλά η γιαγιά ήταν απόλυτη και σκληρή

·      Συνεχώς επαναλάμβανε την ίδια λέξη

·      «Σκατομαμούνες, γιε μου»

·      «Σκατομαμούνες!»

 

λοξός

loksos@gmail.com