Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ Πέμπτη 9/04/2009

·      Κάτω από το στέγασμα, στο αποκορύφωμα  της χαμένης ευθύνης

·      Οι πολίτες ευχαρίστησαν το θεό που το κακό δε συνέβη σ αυτούς, τοποθέτησαν το δεξί χέρι στην παρειά τους και με τα  πολυτελή γραφίδια ανά χείρας  κράτησαν τις σημειώσεις οι οποίες θα βοηθούσαν την συνείδηση να αποφασίσει αν κάτω από το στέγασμα του γαλάζιου το πύον άρχισε να καλύπτει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και αν το απόστημα έχει καλύψει πλέον ακόμα και την τελευταία γκριμάτσα του πρωταγωνιστού, που ως είδωλο πολύμορφο φαντάζει στο αντικρινό  αναλόγιο

·      Η μνήμη αναζωπυρώνεται και αφουγκράζεται εκείνο το παλιό μοναχικό  παραμύθι,  που δεν υπήρχε  συνείδηση κι οι δράκοι  είχαν βάλει την ουρά τους στα σκέλια τους και  τα πόδια στους ώμους τους, καθαρά για λόγους  σεβασμού προς το Θείον

·      Και έτσι φτάσαμε στην παραπομπή του μικρού   γλυκού του κουταλιού κι απομείναν  ιστορίες παμπάλαιες,  τα γλυκά τα μεγάλα με τα γιγαντώδη χαμόγελα,  με τη μπόλικη ζάχαρη και το πομπώδες περιτύλιγμα πάνω στο τραπέζι, να δημιουργούν αυτήν την κολλώδη ουσία την καραμελέ, που κολλά τα χέρια, τα χείλια, τη γλώσσα και το νου, ένα  τεράστιο γλειφιτζούρι   με εκείνη τη γεύση τη ξινή, που σε κάνει να σουρώνεις τα χείλια σου και να φτύνεις συνέχεια.

·      Κι ο πυουλκός χάθηκε στην απεραντοσύνη της πηκτής αυτής δυσώδους πραγματικότητας.

·      Φύσηξε και εκείνο το καημένο το αεράκι αλλά που να ξεκολλήσει την ξεραμένη ψάμαθο

·      Ο νόμος περί ευθύνης πολιτών σε ένα σκονισμένο ράφι με μπόλικες αράχνες  μαμούνες και σκόνες, αφημένος στην ασυδοσία των περιπλανώμενων από διαύλου  εις  δίαυλον  οδοιπόρων της σκέψεως της ασήμαντης, της ορισμένης απο μια παρέα ανθρώπων χαμηλού ορίζοντος

·      Και πιο πέρα στην εκτροπή της ανοιχτόμυαλης έννοιας, στο αντίθετο του παράγωγου της δυναμικής ενός ουσιαστικού, καλυπτόμενη με το μανδύα της ενημέρωσης, αντιστέκεται η σημασιολογία

·      Κι ο Γιώργης πιάνει απ τα μαλλιά τις πνιγμένες λέξεις και φτιάχνει το αληθινό που βρίσκεται στα χείλια σου  κι η φράση προκαλεί αναστάτωση στην ομορφιά της βραδινής πανηγύρεως 

·      «Αυτός ο πρωθυπουργός» και το δεικτικό αποκαλύπτει την αλήθεια και το αξίωμα ορίζει την ευθύνη της καταλληλότητας.

·      Και η αμηχανία ανασκουμπώνεται και η φράση επαναλαμβάνεται, τονίζοντας περισσότερο την απεγνωσμένη φωνή της αγανάχτησης

·      Και αμέσως η έκθεση φανερώνεται,  γρήγορη, ασθματική, αρχίζει να ξεντύνεται και αμφισβητεί το λογικό συνειρμό 

·      Και αλλούθε ο εμπνευστής του «Καραμανλής ή χάος» επανέρχεται δριμύτερος, με συλλογισμό διαφορετικού αλλά επικίνδυνου διαμετρήματος

·      «Ανήθικη και ηθική δεδηλωμένη δεν υπάρχει. Υπάρχει δεδηλωμένη». Και αντιλαμβάνεσαι περισσότερο ότι το τοπίο το έχεις χάσει πια. Τα δέντρα φεύγουν και τα πουλιά ψάχνουν τη φωνή τους. Τα κοράκια πετούν ολοένα και  το μουσούδι του λύκου είναι κοντά στη μούρη σου κι η ανάσα του έχει αρχίσει να μουδιάζει τα ούλα σου. Δεν έχεις πνοή δεν έχεις μάτια, δεν έχεις σώμα, μια ψεύτρα εικόνα σε έχει παγιδεύσει.

·      «Σταμάτα έχεις γίνει νευρικός», ακούς τη φωνή από το βάθος του δωματίου

·      Και θες να βγάλεις εκείνο τον ήχο το μυρωδάτο, χωρίς να κρυφοκοιτάξεις και να τον αφήσεις στα μούτρα τους, αλλά είσαι σίγουρος ότι κανείς δε ξέρει να μυρίζει πια. Άσε που   θα μοσχοβολήσει ο ουρανός και θα ξαναβρεί  τη θέση της  εκεί πάνω στο βραχάκι κι εκείνη η ταλαίπωρη η ασπροκωλίνα,  που την έκανε, γιατί δεν έβλεπε τίποτα πια στην ανοικτή θάλασσα.

·      Σημεία και τέρατα και τα τέρατα σου φαίνονται τόσο γλυκά και υπεύθυνα, τα σημεία σε τρομάζουν  και εκείνη η θολή αλλήθωρη με τα τέσσερα δόντια πίσω απ την κουρτίνα

·      Ένας γδούπος. Μια προκαθορισμένη σκέψη σε κοίταξε. Έβαλε καμιά δεκαπενταριά λέξεις στη σειρά έβαλε και ένα σκέρτσο στο χειλάκι της, πέταξε και ένα επιχείρημα επικοινωνιακού προσανατολισμού και σου βούλωσε το βλέμμα

·      Τα λευκά σεντόνια απλωμένα. Τέσσερα μανταλάκια στην οριζόντια πλευρά κρατούσαν το λευκό σε ισορροπία με το σκοινί. Το βρεγμένο σιγά σιγά αποσύρεται

·      Στο από πίσω μέρος του φωτεινού ένα ανοιχτό βιβλίο αφημένο και κάπου στη μέση, την ώρα που μια σταγόνα βαραίνει μια σελίδα, ένα ξεραμένο λουλούδι φανερώνεται. Έχει γίνει διάφανο από το χρόνο και αναπολεί τη μοναδικότητα της στιγμής

·      Ένα μικρό κρινάκι είναι που βγάζει απ’ αυτές τις αγνές μυρουδιές,  τις  τόσο σημαντικές,  που δεν τις  πουλάνε στις πολυτελείς βιτρίνες, αλλά τις  βρίσκεις συνήθως κάτω από κάτι βαριές σόλες, να αντιστέκονται στο βάρος της πατημασιάς,  του βαρυσήμαντου

·      Πόσο λεπτός μπορεί να γίνει ο πόθος  όταν ξεραθεί μέσα σε ένα βιβλίο και πόσες λέξεις μπορούν να διαβαστούν, όταν με πολύ μεγάλη προσοχή τον αφήσεις να ησυχάσει στη χούφτα σου

·      Φτάνει να μπορέσεις  να τον βρεις,  ξεχασμένο, ξεραμένο, μέσα σε μια σελίδα

·      Πιασ’ τον    και διάβασε τον με προσοχή

·      Κάτι θα νιώσεις! Δε μπορεί!

 

λοξός

loksos@gmail.com