Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 27/8/2009

· Ήταν απομεσήμερο.

· Ένα γαλάζιο αποσύρθηκε και μια κόκκινη κηλίδα φορτωμένη από φωνές κλάματα και τρέλα ακούμπησε την κατάληξη των μοναχικών αναπνοών. Το σεντόνι τραβήχτηκε, τα δάχτυλα φανερωθήκαν ξένα. Η μυρουδιά από καμένο ξύλο σκόνισε την αίσθηση και ένα ξερό στόμα ανέβαινε να πιάσει εκείνο το νερό που έφευγε αφήνοντας πίσω την σκιά της υγρασίας του, να μοιρολογεί με την απόγνωση.

· Πως να κοιμηθείς μ αυτό τον ασύλληπτο ήχο των εννοιών που στροβιλίζουν σαν καμένες παπαρούνες στον ίσκιο του μαύρου ορίζοντα.

· Προσταγή δαιμονική ενός τεράστιου εφιάλτη το μονόχρωμο, κατέκλυσε όλο το διαμέτρημα!

· Η σκέψη ντρέπεται να φτιάξει καινούργια χρώματα. Μονοκοντυλιά η ομοιότητα των τραγέλαφων. Πέρασε έξω το όνειρο της πεταλούδας κι άφησε πίσω του το σκοτωμένο πουλί να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα.

· Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια αλλά μια σιωπή καυτή σκέπαζε τη προσπάθεια και το σώμα τινάχτηκε και κουλουριάστηκε. Το δέρμα παγωμένο οι τρίχες όρθιες ενα μουγκρητό, ένα γρήγορο ανασήκωμα και καθιστός πια μ ανοιχτά τα πόδια στη μέση του κρεβατιού να αγκομαχεί αφήνοντας στη μεση της διαδρομής τη ξεχασμένη πια στιγμή της νύχτας

· Κι έξω οι άνθρωποι συνέχιζαν να σηκώνουν τσιμεντένιους όγκους στις ρεματιές και στις ρίζες των δέντρων.

· Μονολογώντας διαρκώς και κοιτώντας το σύνθεμα αποχώρησε από το αλαζονικό της εξήγησης και διαφωνώντας με το ερωτηματικό φώναξε δυνατά!

· Ντρέπομαι!

· Μια πασχαλίτσα άκουσε και χαμογέλασε ένα μάτι κρυμμένο άφησε μια σταγόνα να πέσει σηκώνοντας ένα μικρό σύννεφο από καμένα φύλλα. Ένα κλαδί έγειρε και πήρε αγκαλιά την ενοχή και την μουτζούρωσε

· Ντρέπομαι ξανά και σχεδίασε ένα μικρό νούφαρο μέσα σε μια σταγόνα, και το φύλαξε.

· Φεύγει ο χρόνος και ο εφιάλτης ρίζωσε. Το πρωινό είναι ασπρόμαυρο και τα φωνήεντα γέμισαν το πόνο με την οργή του ανέμου.

· Άφησε το ρήμα να φτιάχνει προτάσεις και έψαξε τα λησμονημένα επίθετα. Τα σύννεφα λουφάξαν και ο αέρας συντρόφεψε τον χρωστήρα του δαίμονα

· Ξύπνα ηλίθιε, φώναξε ο τσαλαπετεινός που απόμεινε με χρώματα. Ξύπνα να δεις πως είναι το πράσινο!

· Η ομορφιά διεκδικείται κι όταν ορίζεται από τα βλέμματα ο νους βασανίζεται, οι αισθήσεις διεγείρονται και το συμπέρασμα αποστατεί. Χώμα η σκέψη, καμένη λεπτομέρεια η ωραιότητα, άλικο χρώμα η περιγραφή. Απρονοησία η γραφή όταν τελειώνουν οι εικόνες!

· Και στρογγυλοκάθισε το χάος στην αυλή του ολέθρου απογύμνωσε τους άρχοντες και φανερώθηκε η ανικανότητα.

· Ο Θεοβλαβής πρωτοφανής άρχοντας στο κολασμένο τοπίο υπό την ανοχή των περιστάσεων συνεχίζει να καταστρέφει την υπογραφή της ιστορίας. Και οι συνένοχοι φωνασκούν αποποιούμενοι την ευθύνη. Τραγωδία η χώρα, γελοίοι οι επιφανείς. Οικόπεδο αναλγησίας και αισχύνης!

· Φτιάξαν τον εφιάλτη κι αυτός θέριεψε και κατάπιε μονομιάς τα δημοσιεύματα της ανύπαρκτης ευφυΐας και της ανήμπορης ικανότητας. Φτιάξαν ηγέτη από πλαστικό με κινήσεις παρελθοντικού μιμητισμού και σκέψη γεμισμένη με μικρές φυσαλίδες. Οι Άρχοντες της δυσωδίας και των αναπαυτικών καθισμάτων, των πολυτελών διακοπών, των φουσκωτών και των επιβλητικών κατοικιών, υπερευήθεις καταναλωτές του εφήμερου, εμβρόντητοι εραστές της αμηχανίας, καταγέλαστοι απ τον ήλιο, τη θάλασσα και τον άνεμο! Πρωτοσέλιδα μηχανεύματα των αράδων!

· Οργισμένη η αποτύπωση του ερμηνεύματος! Πρωτοστατεί!

· Και πασιφανές πλέον το ονοματεπώνυμο της αφυΐας

· Και χάθηκε μέσα στο αποκορύφωμα του οργισμένου η μορφή, μαυροντυμένη, σκυφτή, και ξεσκισμένη. Πέρασε ανάμεσα από τα αποχρωματισμένα δέντρα, τις σκοτωμένες νεράιδες, τα σκυθρωπά ξωτικά, τις αφηγήσεις των αναμνήσεων και όπως χανόταν στο βάθος του μονοπατιού, εκείνο το μαύρο απλώθηκε και πουθενά εκείνο το μικρό φως, που έλεγε η γιαγιά σε εκείνο το μικρό σπιτάκι στην άκρη του δάσους, με τους σοκολατένιους τοίχους και τα μαγεμένα τραγούδια.

· Δυο σανίδες σε σχήμα, ένα σύρμα στην άκρη, μια ανοιγμένη κονσέρβα, ένα κουνούπι να ρουφά τα υπολείμματα και ένας σάτυρος κακόμορφος στηριγμένος στη κουφάλα της καμένης ιτιάς, να παίζει εκείνο το τσιριχτό σκοπό να ξεσηκώσει τα κελαηδίσματα να βγουν οι σπίνοι, να χορέψουν οι σταγόνες, να βγει η ευχή, να τρομάξει το σύννεφο, να αρχίσουν τα τύμπανα, να κατέβει πιο χαμηλά το αστέρι, να φανερωθούν οι μουσικές να πνίξουν το σκοτάδι

· Που είσαι, Έφυγες?. Όχι εδώ είμαι, φώναξε

· Κοιτάζοντας κατάματα το τοπίο

· Καλά ήταν μέχρι εδώ, σκέφτηκε. Έφτυσε με αηδία λίγη στάχτη απ το στόμα του κι έκλεισε τη σελίδα

· Ντρέπομαι σκέφτηκε Κι άφησε τη σιωπή να χρωματίσει τη μοναξιά

· Ντρέπομαι

· Και χαμήλωσε το βλέμμα αφήνοντας να πέσει από τα μάτια του εκείνος ο ήλιος που είχε φυλάξει από τότε που ήταν μικρός.

· Κοίταξε το χώμα. Ένα λουλούδι του χαμογέλασε

· Έσκυψε το φίλησε και

· Και μετά έφυγε τρέχοντας

· Να ξεχάσει!

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 20/8/2009

· Στο παλαιοπωλείο της μικρής συνοικίας, στα σκονισμένα ράφια οι αραχνοΰφαντες σιωπές σκάλιζαν την ανάμνηση και κανόνιζαν την υπέρβαση του στρογγυλεύματος της κόρης. Μια φουντωτή ουρά και ένα προσωπάκι με λαμπερά μάτια κοίταξε ψηλά και ανέβηκε πηδώντας στην τελευταία κλίμακα που είχε τοποθετήσει ο παλιατζής το χρόνο. Ο θύσανος χάραξε μια γραμμή οριζόντια, κυματιστή και έφτιαξε μια θύελλα από αλλοπρόσαλλα σημεία, χαρακτηριστικά λυπητερά, με φιόγκους πεταλούδες και αποτυπώματα διάφορα, που μαρτυρούσαν την εποχή του ασταμάτητου κυνηγητού της υγρασίας. Στην κεφαλή της ανύψωσης των συναισθημάτων, παλιά μπουκάλια με μεγάλους λαιμούς, κουτιά με όμορφες κοπέλες με υπέροχους γλουτούς, κούπες με στολίσματα αλλοτινά, καράφες άδειες από τη λύπη που ήπιε κάποτε, κάποιος μοναχικός και λάμπες νοσταλγικές, με αληθινό φως και γυάλινο κεφάλι λίγο μαυρισμένο, από το βάρος της φλόγας, που ανατρίχιαζε απ’ τις ιστορίες με τα φαντάσματα και τις χειροπέδες. Μια πόρτα μισάνοιχτη άφησε να φωτιστεί το περίγραμμα του απερίγραπτου και οι φιγούρες που προσπερνούσαν απέναντι, έκαναν το περίτεχνο του σκοτεινού να ανοιγοκλείνει δίνοντας του φωτεινά διαλείμματα. Ένας σκυθρωπός φόβος εναντιωμένος στην πολυκοσμία της ιδιωτείας, με ένα παραμορφωμένο ύφος, με κρυμμένο βλέμμα, περιόρισε την συμπάθεια για το πρέπει που του πέταξαν στο δρόμο του και κάθιδρος από την προσπάθεια συνεννόησης με το ανυψωμένο χορτάρι της επικοινωνίας, βιαστικά, αλλά με σταθερά βήματα, προσπάθησε να εισέλθει από την γειρτή πόρτα, χωρίς θορύβους και χωρίς αναπνοές, φοβούμενος μην ενοχλήσει την γαλήνη του πεπαλαιωμένου και την μοναξιά της σκόνης, που έντυνε τις προσπάθειες του τοπίου, για νοσταλγικά παραληρήματα.

· Με δέος μπροστά στην αφηρημένη σύνθεση, χωρίς να το πολυσκεφτεί κάθισε ανάμεσα στα απολιθώματα του περασμένου κι αποφάσισε να ενσωματωθεί με το απεικόνισμα, να γίνει έκθεμα ακίνητο, σιωπηλό κι όταν περάσει η καταιγίδα να βγει στους δρόμους να βάλει το χέρι του, σκιάδι στα μάτια του, να δει αυτά που απομένουν. Τις ασήμαντες πέτρες που θα λαμπυρίζουν τα σπουργίτια που θα ξεθαρρεύουν τις σαύρες που θα αναζητούν λίγο ήλιο.

· Τίποτα δεν τον ευχαριστούσε, ούτε κι αυτό ακόμα το παλαιοπωλείο, που είχε κλεισμένο μέσα του μπόλικη μυρουδιά. Αφήνιαζε όταν συμμετείχε σε οποιαδήποτε διαδικασία προώθησης του εφήμερου. Έβλεπε τους αβέλτερους να ενισχύουν την μακαριότητα και σκεφτόταν ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων ότι είναι η ζωή και μετά ένα τίποτα, να περιπαίζει τη ματαιοδοξία των επιφανών της ευήθειας.

· Πριν λίγο είχε τσακωθεί με τον Θανάση το δεξιόπυγο, που θαύμαζε τους χοντρούς αυτοκράτορες και τους επιγόνους των αρχόντων. Προσπάθησε να του μιλήσει για τους μικρούς που σκοτώνουν τα κορμιά τους στις φυλακές, επειδή κάποιες φτιαγμένες συμπτώσεις εξυπηρέτησαν το σύστημα. Προσπάθησε να του πει για τους φραγκάτους περήφανους με τα κότερα και τα τεράστια εξοχικά στις πλευρές των νησιώτικων κορυφών, για το καινούργιο ναρκωτικό που είναι χειρότερο από κάθε επιδημία, για το λουρί στο λαιμό του που δεν έβλεπε, για την ανικανότητα κάθε εύμορφης εξουσίας να παραβγεί τον εαυτό της και να κοιτάξει το διπλανό της, για τους μετανάστες διαμορφωτές της πολιτικής σκηνής στις δυτικές πρωτεύουσες, για την συναλλαγή όλων των νόμων, για το γράσο που ξεπετιέται σα δράκοντας και πετά το αποσιωπητήριο. Για τους δαρμένους στο νησί, για την αστυνομία που αρκείται να αστυνομεύει τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα ντεσιμπέλ των μαγαζιών. Για τον απογοητευμένο που έψαχνε να βρει δουλειά και έγινε Μπέκας και τον άφησαν παλληκαράκι ισχνό και φοβισμένο να παριστάνει τον Κολοκοτρώνη.

· Δεν μπορούσε πια να αντιληφθεί, γιατί ο Θανάσης δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δε μιλούσε, δεν ανέπνεε και μόνο κατάπινε λαίμαργα κάθε είδους ανοησία που του σέρβιραν όλες οι δυνάμεις της γενίκευσης του σκότους.

· Δεν άντεχε να ακούει πλέον την δοκησισοφία του οποιουδήποτε ουτιδανού που από καθέδρας ανύπαρκτης το έπαιζε ξυπόλυτος φιλόσοφος πλακοστρωμένων δρομίσκων.

· Ένα παλιό ρολόι ένας κούκος με το κεφάλι έξω, ανοικτό το πορτάκι, χαλασμένο. Του την έδιναν τα ακίνητα πουλιά, τα ακίνητα δέντρα, τα μουρμουρητά και το τυρί το τριμμένο στα μακαρόνια.

· Έριξε ένα βαθυστόχαστο αναστεναγμό, η σκόνη σηκώθηκε και φάνηκε μια γηραιά πολυσήμαντη στην άκρη του ραφιού, με καμιά δεκαριά βαστάζους κάτω απ τις μασχάλες της, να τη συμβουλεύουν πότε ο Σεπτέμβρης θα γίνει Μάρτης και τούμπαλιν

· Μια εναλλαγή των ρόλων θα είναι ανακουφιστική για τις μονότονες ημέρες της κρίσεως, σκέφτηκε και έχωσε βαθιά το δάχτυλο στη μύτη. Έβγαλε ένα κόκκινο σκουλήκι μεγαλειώδες, το έκανε μπαλάκι και το κόλλησε στη μύτη του παλιάτσου.

· Φαγώθηκαν τα νύχια φαγώθηκαν κι οι λέξεις οι πολυσύνθετες.

· Και κλειδωμένος θα μείνει στο παλαιοπωλείο μέχρι να κοπάσουν οι βροντές.

· Ανέβηκε στο παλιό μπαούλο κι από το μισάνοιχτο παραπόρτι πέρασε το χέρι του έξω και κατέβασε την επιγραφή του καταστήματος. Ντρεπόταν να τη βλέπουν ακόμα κι οι σταγόνες. Ήταν βρεγμένη, ζωγραφισμένη με λαδομπογιά κάποιου σαρκασμού

· Στην δεξιά γωνία είχε μια δάφνη κι από κάτω έγραφε

· «Παλαιοπωλείον η Ελλάς»

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 13/8/2009

· Ανασήκωσε τις φλόγες η αλλοφροσύνη!

· Ψηλά καρφωμένος στο βράχο, ανάμεσα σε πράσινες γλώσσες και κίτρινες παραφωνίες, πεταμένος στα γέλια, τα χαμηλόφωνα σχόλια, στις κλεφτές ματιές και στα απλωμένα ρούχα του ήλιου, στις κλίμακες του χρώματος του ανήμπορου, στους κρεμασμένους κήπους του ξεχασμένου θεού, αγναντεύει το βλέμμα εκείνη την αναλαμπή της παλιάς θάλασσας των περίεργων φαντασμάτων, των γεροντικών θρύλων, της φοβέρας και της απρονοησίας

· Το ψεύδισμα του σκιρτήματος, η αγωνία της υπέρβασης και οι μαχαιριές της κόλασης της υποχθόνιας. Και ξαφνικά, ένα γκρίζο λουλούδι χάζεψε στην μοναχικότητα της εικόνας κι ένα ανοιχτό στόμα επιβεβαίωσε το εκτυφλωτικό πέρασμα της επιθυμίας. Μια αρχαία λέξη ξετίναξε τη σκονισμένη επιφάνεια και τα σώματα άλλαξαν στάση. Αποκλείεται, μονολόγησες και έβαλες την άρνηση να συναντήσει την αλητεία της σκέψης. Αφηνιάσαν τα χαμόκλαδα και θελήσαν να εκστρατεύσουν στις πεδιάδες με τις κλαγγές και τους λυγμούς. Αποστάτησε η μοναξιά και δρομολόγησε την τρέλα κι αυτή σαν τίποτα, ξεκόλλησε και λύτρωσε το καημό

· Και περιμένουν οι ασήμαντοι την επιστροφή του επιφανούς για να μπουν οι ιστορίες στο μονοπάτι

· Κι οι προδομένοι ναύτες κατεβαίνουν από το μισοσκόταδο μουγγοί και κουρασμένοι.

· Ένα λογικό κατακάθι ούρλιαξε και παρέσυρε στη σειρά την εξέγερση. Ένα ακουμπισμένο πούπουλο αποχαυνωμένο στην ζεστασιά των ξερόχορτων φυλάκισε την χρυσόμυγα. Κι ένα αποστασιοποιημένο νόημα ξεπετάχτηκε και προσπάθησε να συντονίσει την ορχήστρα. Μα ανοιγόκλειναν τα στόματα και τα στιχάκια διαλύονταν πριν φτάσουν στα αυτιά των ικετών

· Κατεβασμένα τα χρώματα στις βεράντες με την κρυμμένη ομορφιά και η μελαγχολία χαϊδεμένη αντίδραση των ποιητών, μαζεύει κοχύλια που ξέβρασε ο ορίζοντας. Και μια ξεβράκωτη πρόταση πέρασε στα χείλια

· Αποκλείεται, παραμίλησες και ακούμπησες στην διαφάνεια των σημείων

· Ένας άσπρος τοίχος και μερικά κρεμαστάρια απ την κοιλιά της γης. Ντομάτες λιαστές, πλεξούδες με κρεμμύδια, σκόρδα για να εξεγείρονται οι αισθήσεις, μια τσουγκράνα ένα τσιμπίλι, ενα φτυάρι, μια αξίνη και γλάστρες με δυόσμο και βασιλικό, μικρά ποτηράκια κρυστάλλινα, μια καράφα προσεγμένη φυσητή, μια φουρτάλια, ντομάτα γαρίφαλο στο πέτρινο πεζούλι και στέγαστρο τα ρυάκια της νυχτιάς κι απέναντι στο φως, στο σκοτεινό της θάλασσας, φανάρι μυστικό, προδομένο καντήλι στο ξάρτι του ανεμοδαρμένου καϊκιού. Η επικράτηση της οσμής, της αφής και της ορμής. Ρίγος και φαντασίωση αισθαντικότητα και εικόνα. Ο αυλόγυρος του απλού το απάντημα των στιγμών της ευγένειας. Και εκεί που κανένας δεν το περίμενε, ένα θηλυκό αστέρι άρχισε να χαμογελά μασουλώντας λίγο λευκό σύννεφο κι αμέσως σηκώθηκαν οι δυόσμοι κι οι βασιλικοί οι τσουγκράνες και τα φτυάρια, τα εντόσθια της γης βουίξαν και χαμήλωσε λίγο παραπάνω ο ουρανός, να φανούν τα μάτια του έρωτα να τρελαθεί η φωνή, να αποκλειστεί το καθιερωμένο.

· Φοβερό το παράτυπο των κανόνων και το επιτιμητικό της ηθικής προσδιορίζει την δυστυχία των υποταγμένων.

· Και αποτίμησε η σκέψη τα συμπεράσματα και εσιώπησε. Σφράγισε τα χείλια και φίμωσε το άγγιγμα. Αποκαθήλωσε την εικόνα και την κράτησε.

· Μου κλέβεις το σώμα, φώναξε και άδειασε το ποτήρι!

· Στις αυλές των Κυκλάδων τα αρώματα είναι χρώματα και οι έρωτες είναι τραγούδια, τα αγγίγματα είναι μάγισσες και τα φιλιά είναι μεθυσμένα.

· Στους εξώστες του απολύτου οι φωνές μοιάζουν με θεριά και τα τσουγκρίσματα με ουρλιαχτά πονεμένα.

· Κάπως έτσι φροντίζει ο ουρανός τη θάλασσα και τα κορμιά ανασαίνουν.

· Τελευταίο ποτήρι και στο απομεσήμερο του καλοκαιριού πολιτικό το τελείωμα. Μια ματιά στην κακοφωνία και οι εκλογές ματώνουν την αισθητική. Ο Σεπτέμβρης είναι μήνας όμορφος για να σπιλωθεί με το ψεύτικο.

· Αποκλείεται, συλλάβισες και ακολούθησες την πεπατημένη. Εν τω μέσω της νυχτός στον Αύγουστο της νήσου, της Τήνου, των ανέμων και των στιγμών, των Κυκλάδων!

· Ένα μαχαίρι φύτρωσε δίπλα στη ρίγανη και φύλλα ξεδιπλώθηκαν να μαγέψουν το τέλος. Μια λάμψη χώρισε το θόρυβο κι η Διοτίμα ντυμένη στα λευκά αγκαλιά με το Ωραίο καλωσόρισε τον δολερό κι αποφάσισε την ερμηνεία της σοφίας.

· Στα πεζούλια, στις βεράντες, στα σκοτεινά, όταν αποσύρεται ο νους και το εκρηκτικό της υγρής γεύσης υποδουλώνει το λογικό

· Και στα χέρια του αρχιτρίκλινου έρωτα ροδοπέταλα μαζεμένα τα παραμύθια αρχίσαν το χορό, μαντεύοντας τον επίλογο

· Και στο πέρασμα του μονολόγου φάνηκε ξανά, βαθιά στο πέλαγος, εκείνος ο άγγελος με τα φτερά, να κρατά την ομορφιά, ακουμπώντας στα κύματα

· Αποκλείεται να ήσουν εκεί, μέσα σ αυτήν την εικόνα, ψιθύρισε!

· Σήκωσες το ποτήρι το κατέβασες με μανία φύλαξες όλα τα χρώματα που επινόησες, τους φίλησες όλους κι αποχαιρέτησες

· Νοσταλγώντας!

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 6/8/2009

· Κάτω από την σελήνη την πλήθουσα

· Έφυγε εκείνη η σκιά μόνη της χωρίς καμία συνάθροιση φωνών να την απομονώσει από τον περίγυρο των αντιπαραθέσεων. Οι συνθέσεις των κραυγών έχουν το παραπονεμένο της επίτευξης της σιωπής και το αδύνατον της κατανόησης. Έτσι οξείες οι διαθέσεις κάθονται στα δυτικού τύπου καθίσματα των καφετεριών νοσταλγώντας την απάντηση της περιπετειώδους ιστορικής διαδρομής της ανάσας των συντονισμένων λόγων. Συλλαβές μοιρασμένες σε όμορφες εικόνες και ανεβοκατεβάσματα της αναπνοής, χέρια προτεινόμενα και μάτια να αναμοχλεύουν την ένταση την επικρατούσα, αφήνοντας από καιρού εις καιρόν κάποια τυχαία αγγίγματα των δαχτύλων στις περιποιημένες κόμες, κάποια δήθεν ξεμπερδέματα των μαλλιών, που ο ήλιος ξάνοιξε και να η κοκκινίλα να εγκαθίσταται αδιαφορώντας για το φανέρωμα του στόχου. Και οι κοκορομαχίες για την επικράτηση κορυφώνουν την ελπίδα ότι το μπουλούκι με τα όμορφα ρούχα τις εκθαμβωτικές υφασμάτινες σελίδες και τα τεράστια ματόκλαδα τα πασπαλισμένα με εκείνη την μπογιά του μεσημεριού θα εντυπωσιασθεί από την γρηγοράδα της κομματιασμένης ηχούς και θα γοητευθεί παρατημένη στο ανούσιο των προλόγων της ερωτικής εκδρομής.

· Και ομολογούν τα πάθη το εφήμερο και τρομάζουν το κανονισμένο και οι χαζολόγοι δοκησίσοφοι συνεχίζουν να διεκδικούν τις δάφνες της αιωνιότητας αναγράφοντας τις ψεύτικες υποσχέσεις

· Και περιμένοντας κάτω από το κατακαλόκαιρο να έρθει το χιόνι και να πέσει, τα ζουζούνια έχουν βγάλει τα κουβαδάκια και χαϊδεύουν την άμμο. Τρύπες, λαγούμια, φαντασίες λεπτές, ισορροπίες του μυαλού, συνθέματα απλά που στολίζονται με τεράστια τέρατα και σιδερένιους τιτάνες. Και μετά τα φτυαράκια τα πλαστικά να διορθώνουν τα κτυπήματα της θάλασσας και οι μάνες να βρέχουν τα κασκέτα να προστατευθεί η μεγαλοσύνη του μικρού ανθρώπου από την οργή του πύρινου βασιλέως.

· Κάτω από την ολόκυκλο σελήνη ξάπλωσε και ο ευτραφής, σκεπτόμενος τον επόμενο κεφτέ που θα καταβρόχθιζε πριν μετοικήσει σε εκείνο το εξοχικό περιθώριο που του είχε ορίσει από πριν η πραγματικότητα. Ανήμπορος να αντιδράσει, εύσωμος, αφημένος, πλαδαρός, μ’ ανοιχτά χέρια και πόδια απορροφά λαίμαργα τις εναπομείνασες ακτίνες δημιουργώντας από κάτω του μια βρεγμένη τεράστια κηλίδα περιττών παραγώγων.

· Και στις υπεραγορές της κατανάλωσης, τα προϊόντα ανηφορίζουν και τα σήμαντρα κτυπούν αφήνοντας την γεύση να δραπετεύει στεγνή κι ανήμπορη να λειτουργήσει.

· Σπάνια αίσθηση η γεύση. Συνήθως κορυφώνεται με κλειστούς τους οφθαλμούς. Είτε σκυμμένος, ευλογώντας το μεγαλοπρεπές της υγρασίας, είτε ανυψωμένος βρέχοντας τα χείλια, νιώθοντας την ευχαρίστηση των χρωμάτων της εξωτικής προέλευσης.

· Σε κατάσταση απορίας ευρισκόμενος λόγω της αγριότητας των ημερών και ματωμένος από τις πανικόβλητες εκδορές του χρόνου, άφησα τους παρείσακτους της ομηγύρεως να συνεχίσουν την τοποθέτηση των νοημάτων. Έγειρα λίγο και θύμωσα για την κατακραυγή των συμπερασμάτων μου. Απέναντι ένα μικρό μπουκαλάκι νερό με το πώμα ακουμπισμένο στο πλάι κι ένα σταχτοδοχείο με περιττώματα. Πεταγμένα χαρτάκια, επιφωνήματα αμηχανίας, ενός αδιόρατου εκνευρισμού τεχνήματα. Στάσεις νεοσυλλέκτων, απορίας μηχανεύματα

· Και τα βραδάκια ασήμαντα καλοκαιρινά, συζητήσεις για το τίποτα, μπίρες μοχίτο και μαργαρίτες, να ξεφύγει η ώρα, να κλείσει η μουσική, να επανέλθει η μονοτονία του ξημερώματος. Ήλιος λαμπερός, μεσημέρι καυτό, απόγευμα γλυκερό και δειλινά με λίγες λέξεις. Αναμασημένες τροφές διεκπεραιωτικές παρόλες. Ανασχηματισμοί φωνημάτων και αναπαραστάσεις κοινότοπων σκηνών, να περνά η ώρα να ξεκουμπώνεται το σώμα, να λιγουρεύεται την ξεπέτα της ξανθιάς της μονότονης, με τα κατασκευασμένα βυζιά και τον αρχιτεκτονικό κόλο

· Και οι ώρες ατέλειωτες όταν τα λεπτά περνούν και η ματιά δεν έρχεται. Και να σου ένα ύφος από μια ταινία που σ άρεσε, να και μια ατάκα από εκείνο το βιβλίο με τα μεγάλα λόγια. Μέχρι που ένα καλοκουρδισμένο μηχάνημα ξεσκέπαστο με ασημένιες ρόδες και γυαλιστερά τρίχωμα γοητεύει την άσφαλτο τραβά την προσοχή και όλοι σου γυρνούν την πλάτη. Ο καπετάνιος με την ναυαρχίδα του δρόμου υποτιμώντας τα βλέμματα προσάραξε στη φάτσα της θέας, τράβηξε χειρόφρενο και κατέβηκε, αδιάφορα, κουνιστά, με το λευκό κολλητό πουκάμισο. Χαμογέλασες και κοίταξες τη βέσπα που ‘χες στηρίξει στο τοίχο για να μη πέσει. Έφτυσες λίγο καπνό που στάθηκε στη γλώσσα, προσπάθησες ματαίως να τραβήξεις τη προσοχή για τελευταία φορα δοξολογώντας τη σοφία και βραχνιασμένος από την υπερπροσπάθεια να σαγηνεύσεις, σκέφτηκες το κρεβάτι σου. Σεντονάκι καρό καλοκαιρινό, κλειστά ματάκια κι όποιο ξωτικό θες έρχεται χωρίς αντίτιμο

· Λοιδόρησες για λίγο την τρελή που καταβροχθίζει λαίμαργα εκείνο το λιπαρό λουκάνικο και πίνει θορυβωδώς ένα ποτήρι μπίρα. Ένα ρέψιμο κρυφό, σκουπισματάκι ύπουλο με την παλάμη και ένα υπόλοιπο στον κυνόδοντα να σου ξεσκίζει την ηρεμία σου.

· Ρούφηξες τη τελευταία γουλιά. Ένα παγάκι έμεινε στο στόμα και μια παγωμένη επιδρομή χαμένων στιγμών περιφρούρησε την κοιλότητα.

· Έπαιξες λίγο με την επιφάνεια και περίμενες το φεγγάρι να σταθεί στο υπερώον βασιζόμενο κι αυτό στο ίδιο κι απαράλλαχτο απεικόνισμα

· Αποφάσισες πανικόβλητος να κρυφτείς γιατί δεν άντεχες εκείνα τα αποχαυνωμένα ανοικτά στόματα να χαζεύουν τη σελήνη κάνοντας όρκους

· Μαζεύοντας όλες τις ψευδαισθήσεις του Αυγούστου στο μπαούλο σου, θα περιμένεις τα χειμωνιάτικα φεγγάρια, με ανεβασμένους γιακάδες, κρυμμένος πίσω απ τις γρίλιες απ’ όπου σ αρέσει να κοιτάς

· Αποφεύγοντας τους ανθρώπους!

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 30/7/2009

· Κάτι γίνεται εκεί κάτω στις περιορισμένες αποστάσεις της ζωής.

· Ένα φέρετρο με το εξώφυλλο το σκούρο και τους χαλκάδες στα πλευρά, τα δυο κούτσουρα στα πλαϊνά να φροντίζουν τη μεταφορά του εφήμερου και ώμοι συντετριμμένοι να ακονίζουν τη μοναξιά της κίνησης και να αλλοιώνουν την περιφορά της ματαιόδοξης πομπής της ανάμνησης. Οι μικροί ποιητές στα μικρά τοπία πεθαίνουν ξεχασμένοι και μοναχά οι συγγενείς των μορφασμών του συναισθήματος, συντροφεύουν τα λόγια και τις πίκρες αυτής της τελεσίδικης απόφασης της ζωής. Και αρκετές κραυγές θα εκδηλώσουν το εσώτερο της ανάγκης για ξέσπασμα και τα χαρακτηριστικά θα παραμορφώσουν την υπερβολή και η λογική θα πάει περίπατο μαζί με την αγκαλιά του διπλανού, που σκυμμένος θα μαζεύει τα απομεινάρια της φοβέρας, που θα θεριεύει κάθε φορά που θα πέφτει το φως και θα έρχονται εκείνες οι σκιές, μαζί με τους ήχους από τα καλέσματα του υπερφυσικού.

· Και στις ύστερες αποφάσεις του προκαθορισμένου, με τη κάσα να προπορεύεται ο πόνος έχει τη διαβάθμισή του, αναλόγως της σειράς των παρισταμένων. Στις πρώτες γραμμές, ο πόνος απροκάλυπτος, γοερός, κοφτερός, στις δεύτερες θέσεις σχηματισμένος, απλός και υγρός, στις τρίτες ολύμπιος, ήρεμος, λογικός και προς το τέλος, χαρωπός, χαλαρός, άνετος, διαδικαστικός

· Στις τελευταίες εκδρομές, το φωτεινό είναι υγρό και το απόγευμα μοιάζει με καλωσόρισμα βασανισμένης ανακοίνωσης. Και ένας αργός βηματισμός απομονώνει τι διαδικασία και οι σκέψεις χάνονται στο σύρσιμο ανάμεσα στην άσφαλτο και τις πατούσες. Σφιχτά στόματα, λέξεις σφραγισμένες και κρυφά φτυσίματα στο πέτο προς αποφυγήν της κακιάς της μοίρας και ένα αργόσυρτο βήμα που μαζί με το μουρμουρητό να προκαλεί ένα ασύλληπτο ρίγος και σκυφτά τα κεφάλια να ατενίζουν το έδαφος και προσευχές και τάματα βουβά να προσπαθούν γελοιωδώς να απομακρύνουν το θλιβερό από το περίγραμμα

· Και κατανυκτική η είσοδος στο ευκτήριον και ο γραμματιζούμενος μπροστά, να αφήσει την επιβράβευση στο αναλόγιο, να μονολογήσει τον οδυρμό, να αφηνιάσει τους λυγμούς

· Και παρά έξω στο προαύλιο οι υπόλοιποι, θορυβώδεις και παρορμητικοί, αγναντεύουν τον Πλούτωνα, μιλώντας για πολιτική και ποδόσφαιρο. Εκλογές το Σεπτέμβρη, προκριματικοί και μεταγραφές, ανούσιες πληροφορίες για να ξορκίσουν το φευγιό του διπλανού και να ορίσουν την αναπνοή τους

· Και ένας απίστευτος καυτός αέρας να τινάζει τα μαλλιά, να αφρίζει η σκόνη, να σηκώνονται οι σακούλες οι πλαστικές, να αγκιστρώνονται στα πόδια τα πεταμένα χαρτιά, να δραπετεύουν οι καδένες και τα κορμιά να σπρώχνουν την αντίδραση, να κερδίσουν στο νήμα την ύπαρξή τους.

· Οι τάφοι στον άνεμο κοντά, είναι σπίτια μικρά, χωρίς παράθυρα, μια πόρτα που κλείνει ερμητικά, λίγο τσιμέντο να ράβει τα ανοίγματα, ένας σταυρός περίτεχνος, μαρμάρινος, να εφησυχάζει το τρόμο και μια φωτογραφία στη βάση, διαλεγμένη από το κουτί που φυλασσόταν η νιότη. Κάπως έτσι είναι τα λευκά τελευταία καταφύγια των περαστικών στις μικρές συνοικίες, με τα αλμυρίκια, τις γειρτές ελιές και τα κεράσματα στα στενά, με τις τράβες για σκεπάσματα και τις πλάκες για στολίσματα. Στους ουρανούς τους φωτεινούς και στις θάλασσες τις απέραντες, στις πέτρες, στις καταιγίδες της τραμουντάνας και στα μεγάλα ονειροπολήματα που φτιάχνουν οι εικόνες του κύκλου, της αυτοκρατορίας των γραμμών, των σημείων και των ακτών.

· Το άσπρο, κεντημένο λευκό, σκέπασε την τελευταία προσευχή, ο συνεργός του χάροντα κατέβηκε, τακτοποίησε με περίσσια φροντίδα τη σορό, άσπρο μαξιλάρι, εικόνισμα στα χέρια, λίγο χώμα για να ταυτιστούν οι προελεύσεις και μετά κείνος ο μακρύς θόρυβος του συρσίματος της πλάκας που μοιάζει με βογγητό του χρόνου, να κλείνει με απίστευτο τρόπο την αρχή της μεταβολής των συναισθημάτων.

· Επίλογος στο καφενείο, ένας καφές ένα κονιάκ, μια ρακή, λίγα στραγάλια, ενα σχώριο, μια καλή κουβέντα, κτυπήματα στις πλάτες των καταβεβλημένων και κάτι ψιθυριστά στ αυτί, για τη μικρή που φόραγε τόσο κοντό φουστάνι.

· Ευλογημένοι τόποι οι μικροί τόποι. Κτυπά η καμπάνα με ονοματεπώνυμο. Καλέσματα για βεγγέρες στην αυλή, δισταχτικά αγγίγματα της ζωής, της ανθρώπινης, της λίγης.

· Και οι κουβέντες πάνε σύννεφο και η ασημαντότητα υπερκαλύπτει το σημαντικό, για να πορευτεί η ψευδαίσθηση, να συνεχιστεί η ζωή, να μονιάσουν οι επιθυμίες, να καλυφθεί το σημερινό, να ξεχαστεί ο θάνατος

· Μεθαύριο μπαίνει ο Αύγουστος που ‘ναι παχιές οι μύγες, η ξεχασιά αντιλαμβάνεται την αποχώρηση και εκλιπαρεί την μοναδικότητα

· Το πάθος όμως είναι φθινοπωρινό, ακουμπά στα πεσμένα φύλλα και στα ερεθισμένα χώματα, στις πληγές τις πρώτες, τις μοναδικές.

· Αδιάφορο το κοράκι πέρασε από μακριά, ξόκειλε την περιορισμένη απεγνωσμένη μιλιά του βουητού. Στον κατηφορικό δρόμο στη στροφή, μια ξανθιά μπούκλα ξεχώρισε. Στις άκρες κρέμονταν πολλές σταλαγματιές. Εκείνος ο μαύρος γάτος που γέρασε κι έφυγε κι εκείνο το παλληκάρι που ξέχασε να χαιρετήσει. Κρύφτηκε ξανά, οι σταγόνες έφυγαν, κατρακύλησαν στο χειροποίητο του μικρού τόπου, του σοβαρού τόπου και έγραψαν

· Εκείνους τους τάφους, όταν ο Βοριάς κλαίει για τα παιδιά του

· Στους τόπους που οι καμπάνες κτυπούν μόνες τους

· Στις καταλήξεις των βράχων!

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 23/7/2009

· Το ακατανόητο ευνοείται από τις συνθήκες και αποφαίνεται

· Απίστευτη ζέστη με αέρα, στο υπόστεγο που καθόταν η αισθητική των σύντομων παραισθήσεων. Έντονη η εικόνα της αποκαθήλωσης των χρωμάτων και μυστήρια η άφιξη του πολυσήμαντου σκοτεινού. Το κείμενο θέλει να βγει από το κείμενο και το αποτέλεσμα να ευνοήσει το προηγούμενο και το γήτεμα να περιορίσει τη διάθεση του ανυπόταχτου γητευτή

· Μικρόβια μικροσκοπίου δραπέτευσαν από τη λεία γυάλινη επιφάνεια και η ενοχική συμπεριφορά επιστράτευσε την έκτακτη ανάγκη για να φωνάξει τον τρόμο πάνω απ τα σύννεφα. Κι αυτός με το σκήπτρο, αφήνεται στο μικρό σύμπαν για να σκεπάσει όλη την σκονισμένη ατμόσφαιρα με τις τονισμένες εκδηλώσεις των μικρόπνοων επιλογών του μεγαλόσχημου ορισμού.

· Φεύγουν οι προσταγές της ιδέας και οι αποδέκτες των φωνημάτων απηυδισμένοι μορφάζουν πονεμένα. Ένα περιστατικό ακινησίας της σκέψης και μια αγκαλιά με λουλούδια το εξαιρετικό θέαμα της αναπνοής των ελεύθερων φωνών

· Η πολιτική του καλοκαιριού είναι ξαπλωμένη γωνία σε λευκό χαρτί. Αμβλεία χαρακιά κανονισμένη απ τον ήλιο και τη θάλασσα. Μια αναγνώριση της ηλιοστάλαχτης εμμονής στις κλίμακες των αποφάσεων της περιέργειας

· Και η πληροφορία ενταγμένη στο σύστημα της στιγμής απογυμνώνεται από τους επιθετικούς προσδιορισμούς και αναβοσβήνει με αργούς χορικούς σχηματισμούς και σκελετωμένη αποχωρεί από την σημαντικότητα του ενδιαφέροντος

· «Μάρθα κοιμάσαι?» ακούγεται η τσιριχτή φωνή από το απέναντι λιβάδι. Ο εύσωμος χοιροβοσκός με την γυριστή μπαστούνα τον παχύ μύστακα και τα κιτρινισμένα δόντια επιβάλλεται του τοπίου και απευθύνεται στην γοητευτική σκρόφα που κυλισμένη στο βόρβορο απολαμβάνει την θαλπωρή της λάσπης, έχοντας το μουσούδι της σε απόσταση αναπνοής από το γυμνό κόκκαλο, το αδειασμένο από την πρώτη ύλη. Ένα βογκητό αντίδρασης και ο όγκος διπλασίασε την επιφάνεια της ραστώνης. Ένα ξεδίπλωμα της αναλγησίας του σώματος και το άλλο πλευρό κάλυψε και το υπόλοιπο του εγχώματος

· Και ο ήχος απολαμβάνει την επικράτηση του και ο παραλογισμός επικάθεται αφήνοντας το σχήμα της πεταμένης ευλογίας να αφηνιάζει το ένστικτο της ορμής. Κι ένα άλογο με φτερά ξεπετάχτηκε να κυνηγά εκείνη τη μικρή θάλασσα που ξεχάστηκε στον ουρανό και μπουσουλώντας μες στην μεγαλειότητα του γαλανόλευκου έψαχνε απεγνωσμένα την γλυκύτητα της πρώτης κραυγής

· Κι εκεί που η μια λέξη καλούσε την άλλη, ένας συλλέκτης εμπειριών απώλεσε το συναίσθημα για λίγο και έπιασε το μουλιασμένο πανί το έστριψε μια δεξιά και μια αριστερά, να αποχωρήσει το υγρό να βροντοφωνάξει η σουρωμένη επιφάνεια και να απλωθεί το συνεσταλμένο της αμηχανίας. Και πιο πέρα στο γραμμένο που κούναγε ο βοριάς, το αίμα κοκκίνισε το περιθώριο το λευκό. Συλλαβίζοντας σκόρπισες μια φοβερή ματιά στο φονικό της απομακρυσμένης πόλης και μια ανερμήνευτη επιτακτική ανάγκη να επιστρατεύσεις τους χαμένους κώδικες επικοινωνίας του παππού και της γιαγιάς μπερδεύτηκε στη γλώσσα σου .

· Ένα τέχνασμα για μικρά αποστακτήρια της σκέψης η εκδοχή περί ασέβειας και οι εκλογή του διακοσμητικού ανδρός φαντάζει επιθυμία για κολασμένο σκιαγράφημα. Ταυτισμένοι οι κομπορρήμονες με την ικανότητα της αποπλάνησης, ξεπετούν τα ρητορικά ερμηνεύματα για να δώσουν λύσεις για την συνέχιση της μεταρρύθμισης του ανύπαρκτου. Ένας χώρος γεμάτος με τεχνάσματα η ζωή και η ουσία απελπιστικά μόνη κρυφακούει τις επώνυμες διακηρύξεις και παραμορφωμένη απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο

· Λεκτικές επιταγές δίγραμμης αντιμετώπισης των φαινομένων

· «Μάρθα μ ακούς?» Ακούστηκε αδύναμα η φωνή του ευτραφούς. Ένα απέραντο σιωπηλό ξεσκέπασε την ηχώ και η επανάληψη έσβηνε καθώς κατρακυλούσε στη ρεματιά. Φόρτωσες το κορμί στα πόδια σου και προχώρησες στο πατημένο μονοπάτι που είχαν προκαθορίσει οι ανάγκες του περασμένου. Πιο κάτω μερικά φτερουγίσματα θα προκαλούσαν ένα ρίγος στη σκέψη του σώματος και η κεφαλή αγνοώντας το ορισμένο προσπάθησε να ξεφύγει από αυτήν τη νοημοσύνη των αδιανόητων επιδρομών του καθημερινού.

· Κυριάρχησε το σώμα και κουτρουβάλησε ο νους. Σκεπάστηκε με τη λευκή σημαία της υποταγής και καρφώθηκε στις φανερές σημειώσεις του καλοκαιριού. Ένα τερέτισμα ανακατεύτηκε ξαφνικά και μούδιασε ολόκληρο το φόντο. Έπεφταν οι μάσκες απ τα πουλιά και τα κλαδιά υποκλίθηκαν στην απογύμνωση.

· Σε μίσησα κείμενο σήμερα μου χάλασες τη συμφωνία με το λογικό που προσπάθησα να υπογράψω χτες μουσκεμένος από τον ιδρώτα με το φως να με κτυπά κατάματα. «Άκουσες τι σου είπα λοιπόν?» Και αποφάσισα να ακούσω, με τα μάτια θαμπωμένα από την μανία του κανόνα

· Και το ξαφνικό επεμβαίνει και κατατροπώνει την ηρεμία.

· Ένα τυλιγμένο λάστιχο στριφογύρισε αφημένο στην οργή του νερού, το θυμικό ονειρεύτηκε ανύπαρκτα νοήματα και έκλεισε το κείμενο περίπου όπως το άρχισε

· Χωρίς κανένα απολύτως νόημα!

λοξός

loksos@gmail.com