Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 11/6/2009

· Το σώμα ξύπνησε νωρίς το πρωί. Πλησίασε τον καθρέφτη που φάνταζε διάφανος πάνω από τα ανθοστολισμένα πλακάκια. Κοίταξε προσεχτικά το είδωλο, ακούμπησε το δάχτυλο κάτω από το μάτι, αποχώρησε λίγο τις σακούλες για να δει το υπόλοιπο της χτεσινής σκέψης, άνοιξε τις χούφτες, τις γέμισε νερό και άφησε τις σταγόνες να πέσουν επάνω στο πρόσωπο. Έκανε την κίνηση αυτή τρεις φορές αφήνοντας το υγρό να προκαλέσει την ανατριχίλα, καθώς κυλούσε κατά μήκος της ωμοπλάτης, κατεβαίνοντας στο γυμνό στήθος, αγγίζοντας τις εξοχές των παθών και σκληραίνοντας ανεπιτήδευτα τα δυο σκούρα σημεία που εμπόδιζαν την υποψία να γίνει βάσανο στο μυαλό

· Πλησίασε στην καφετιέρα, έβαλε ένα μαυροζούμι άναψε ένα τσιγάρο και ρούφηξε δυνατά την κάπνα του απαγορευμένου. Στο πλάι μια μεγάλη τσάντα με μεγάλα γράμματα, δώρο κάποιου εντύπου μεγάλης προσφοράς, άδεια, περίμενε την είσοδο των παρείσακτων αντικειμένων για να φουσκώσει, να γίνει μεγαλοπρεπής συντροφιά στα μονότονα διαλείμματα των ήσυχων ανθρώπων

· Μια πετσέτα από την λαϊκή, με μια μεγάλη άγκυρα λευκή, σημάδι αποπροσανατολιστικό της μικροπρέπειας του υφάσματος και παραδίπλα ένα κραγιόν κόκκινο, ένα καπέλο με τη φίρμα να φαντάζει περισσότερο από την χρησιμότητα κι ένα βιβλίο κάποιου συγγραφέα Έλληνα, απ’ αυτούς των τηλεοράσεων και των εκπομπών των γνωστών και μη εξαιρετέων συνενόχων της έκδοσης των λέξεων. Ένα αντιηλιακό, μια κρέμα, ένα μπουκάλι νερό και ένα μικρό τάπερ με κεράσια. Η τσάντα φούσκωσε πήρε τις διαστάσεις που έπρεπε και αφέθηκε στο σαλόνι κοντά στην εξώπορτα να περιμένει το τέλος της προετοιμασίας.

· Τα δάχτυλα πληκτρολογούν τα νούμερα κι η παρέα μεγαλώνει με πολυσυλλεκτικές συμπεριφορές και επιθυμίες.

· Άνθρωποι της Μυκόνου και της Αράχοβας από τη μια, φοιτητές, μοναχοί νέοι και γέροι από την άλλη, ανήμποροι κι απογοητευμένοι από την απουσία της στιγμής, συνάχθηκαν για να δραπετεύσουν μαζί στις αμμώδεις παραλίες, που φτιάχνεται το όνειρο και εξοντώνεται ο λόγος

· Με έναν ήλιο σαρκαστικό να φαντάζει ηγέτης ενός κινήματος που δε λογαριάζει ούτε επίπλαστα οράματα, ούτε τις συγγνώμες των ρητόρων της αβελτερίας.

· Αυτός ο ήλιος ο μπαγάσας δε σεβάστηκε και πολύ τις προγραμματικές εξαγγελίες των σεμνότυφων, των κόκκινων των μπλε, των πράσινων, των σκοτεινών και των κατασκότεινων κι έπαιξε το δικό του παιχνίδι εκεί πάνω, αφήνοντας τα χαϊδέματα και τις εικόνες του μεγαλείου των αισθήσεων να παραπλανούν την πολιτική πατροπαράδοτη διαδικασία. Παρέσυρε τον πληθυσμό τον επιρρεπή στην λάγνα παρατήρηση των λεπτομερειών της ηλιαχτίδας, ανέσυρε την αναστάτωση από το επουράνιο και την πέταξε από ψηλά, στα μπούτια της Φωφώς που πρηνηδόν σκεφτόταν τον πανύψηλο φορτηγατζή που την έβρισε προχτές στην εθνική που ανηφόριζε αφηρημένη, σκεπτόμενη την ερωτική της απραξία που έτεινε να πάρει διαστάσεις γιγάντιες

· Η υγρασία είχε εμφανιστεί βασανιστική, εκεί στην κατάληξη των αισθήσεων της, ενώ στην πέρα χώρα οι εκλογές συνεχίζονταν για να αποτυπώσουν την επιθυμία των άλλων, των τιμίων ανθρώπων της συνενοχής

· Το εκλογικό σώμα σηκώθηκε κι αυτό πολύ νωρίς. Με βιαστικές κινήσεις πλύθηκε έκανε την σωματική του ανάγκη στην άσπρη υποδοχή, άλειψε δυο φέτες μαρμελάδα ροδάκινο με βιτάμ για την χοληστερίνη, έκανε ένα χυμό πορτοκαλιού, ένα φρέντο εσπρέσο να τείνει προς το γλυκό, ήπιε και δυο τσιγάρα με άσπρο φίλτρο, άνοιξε το ραδιόφωνο. Δηλώσεις, μουσικές, τοποθετήσεις να περνά η ώρα. Άνοιξε το βαρύ συρτάρι ψαχούλεψε λίγο κάτω απ’ τα σεντόνια για να βρει την ταυτότητα του. Τη διέκρινε να ξεχωρίζει κάτω απ το ματσάκι της λεβάντας που είχε βάλει η μάνα του για μυρουδιά. Την κοίταξε λίγο μελαγχολικά. Με κόπο προσπάθησε να αναγνωρίσει εκείνη τη λάμψη των χαμένων αποδράσεων. Σκέφτηκε να τη ξανακρύψει, αλλά τον είχε εκνευρίσει αφάνταστα η ερώτηση περί του καταλληλότερου. Έκλεισε με μανία το συρτάρι κι αυτός κι η ταυτότητα του ξεκίνησαν να διαπράξουν το καθήκον τους. Δυο άνθρωποι σε μια ταυτότητα, δυο ξεχωριστές εικόνες και γνώμες

· Το σώμα απολαμβάνει τον ήλιο και το εκλογικό σώμα απολαμβάνει την συνεύρεση με την ενοχή σε ένα σύστημα που δεν έχει τη δυνατότητα να σεβαστεί το αλλιώτικο.

· Ο απόηχος των συμπτωμάτων και των δυο αντιδράσεων των σωμάτων οδυνηρός. Το ερμήνευμα δεν κατανοήθηκε. Οι επιπτώσεις δεν ανησύχησαν. Και ο ήλιος καίει πολύ. Θανατηφόρα.

· Η δημοκρατία έχει μαζέψει τα πράγματα της και ετοιμάζεται να δραπετεύσει σε κάποια παραλία μακριά από μικρόφωνα και γραφίδες. Η Φωφώ θα καίγεται κοντά στο κύμα μαζί με τους απογοητευμένους μικρούς και μεγάλους που θα ζωγραφίζουν κάστρα στην άμμο.

· Ο καταλληλότερος θα συνεχίσει να κυβερνά και να κάνει μεταρρυθμίσεις μη αντιληπτές ακόμα και διά οπλισμένου μικροσκοπίου. Η αριστερά θα καταποντίζεται γιατί κοιμάται πολύ βαθιά και οι εφιάλτες θα πριμοδοτούνται από ένα καλά εκπαιδευμένο τηλεοπτικό κοινό

· Στις σιδεριές οι λεύτερες γνώμες θα περιμένουν την ανθρωπιά και στα σοκάκια οι καταπιεσμένοι θα ονειρεύονται μια ξεχασμένη μπουκιά για να ορίσουν μια πατρίδα

· Και ο ήλιος θα καίει περισσότερο και η ζέστη θα ξεραίνει το δέρμα σου ακόμα περισσότερο

· Βούτηξες το χέρι σου και σήκωσες λίγη σκόνη. Έκλεισες τα δάχτυλα. Άφησες μια τρύπα για να φεύγει. Δίπλα μια πέτρα. Έβαλες το νύχι σου κι άρχισες να την ξύνεις. Στην αρχή αργά, μετά πιο γρήγορα και μετά ακόμα πιο γρήγορα. Το αίμα έτρεξε συμπυκνώνοντας την άμμο που ήταν τριγύρω.

· Έμεινες χωρίς νύχια αλλά συνέχιζες να ξύνεις την πέτρα

· Ήθελες να φύγεις από παντού, αλλά δεν ήξερες πώς

· Οι πόρτες ήταν όλες κλειστές κι ο σύρτης έλειπε!

λοξός

loksos@gmail.com