Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 4/6/2009

· Στις καθιερωμένες επάλξεις της αποκαλύψεως της αληθείας οι άρχοντες ένθεν κακείθεν εξέπληξαν τους πληθυσμούς με την ευφράδεια την ειλικρίνεια και την μεγαλοπρέπειά τους.

· Και έτσι λοιπόν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο άρχοντας, ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί, έβγαλε τα χέρια του λίγο πιο έξω, πίεσε τη μούρη του πιο κοντά στη κάμερα, για να φανεί εντονότερα η γραμμή του συναισθήματος που εκπαιδευμένη από τα ρητορικά σχήματα είχε τη δυνατότητα να συγκινήσει τον απαίδευτο στην πονηριά θεατή και άρχισε να κουνιέται ως εκκρεμές, τονίζοντας σημειολογικά ακόμα μια φορά την ταύτισή του με αυτόν το μηχανισμό της μονότονης κίνησης του πέρα δώθε και κείθε, χωρίς προορισμό πρόλογο και επίλογο. Μια φιγούρα γραφική να αποποιείται τα τεκταινόμενα με την βοήθεια που του παρέχει η άνεση των λεκτικών σχημάτων και η ευφράδεια του όγκου των καλοσχηματισμένων λεξημάτων που διαθέτει. Και κατά ριπάς ξεστομίζονταν οι φωνές , ως μπουρμπουλήθρες, σαν εκείνη την θανατερή αγωνία ενός ανθρώπου παρατημένου στην απεραντοσύνη του υγρού δαίμονα. Μια φιγούρα που όρισε με τις απαντήσεις το ανυπέρβλητον της ανικανότητας που πρωτοκαθεδρεί στην χώρα του τελευταίου πολίτη που έχει αφήσει ανοιχτή την πόρτα ακόμα, για να μπαίνουν μέσα τα ηχοβολήματα από τα ερωτήματα των πετεινών του ουρανού επί της γης, των εμποροπανηγύρεων, των περιστρεφόμενων ιδεών και των απόψεων. Οι ερωτήσεις όταν εκτοξεύονται από τα ούλα πρέπει να ‘ναι σφαίρες πυρακτωμένες, να αγγίζουν το απέναντι μυαλό, αν υπάρχει και να κάνουν τη φωνή να κομπιάζει, το σάλιο να στεγνώνει και το ξεροκατάπιμα να ακούγεται στο μικρόφωνο ως ένα πλατάγισμα γλωσσικό ενός διψασμένου εκδρομέα της έρημου

· Παρακολουθούσα κάθιδρος το αποτέλεσμα. Είχα το παράθυρο ανοιχτό. Απέναντι μια λεύκα ψηλή. Ακατάστατο το φύλλωμα. Μια παρέα από φουσκωμένα μάγουλα, κάτι σαν αέρηδες παιδικών ιχνογραφημάτων ήταν κρυμμένη και ήθελε παιχνιδάκια. Άρχισαν να φυσάνε δυνατά κι η λεύκα κουνιόταν στην αρχή σιγά και σεμνότυφα. Όσο τα μάγουλα ξεφούσκωναν τόσο να κουνιέται εντονότερα. Το μάτι μου μια στο κουτί, μια στη λεύκα, μια στο κουτί μια στη λεύκα. Ένα θέαμα διασκεδαστικό απίστευτα. Τα κλαδιά να πηγαινοέρχονται ακατάπαυστα, τα φύλλα να θορυβούν από τη μια κι από την άλλη, χέρια να κουνιούνται για να πείσουν ότι τα φωνήματα είναι ειλικρινή και το σώμα μπρος πίσω, για να πείσει την καθέδρα να μη δραπετεύσει. Δυο εικόνες του φυτικού βασιλείου της Ελλάδας, σε μια ατέρμονη κίνηση, με τη βοήθεια των στοιχείων της φύσεως.

· Ένα απέραντο παζάρι στον ανηφορικό δρόμο. Αναπάντητες οι διαδρομές των νοημάτων, αναπάντητες και οι διαδρομές των αθώων που θα σκύψουν την κεφαλή στο συναίσθημα

· Το πανηγυράκι έχει στηθεί στις γειτονιές της παλαιολιθικής συνοικίας. Θα μαζευτούν στα καφενεία των τοπικών κοινωνιών, με τις αφίσες του θειου, της θειας, του μπαμπά και του παππού, καρφωμένοι μπροστά στην τηλεγεύση της κακομαγειρεμένης γίδας και θα αναφωνήσουν «νικήσαμε» οι μεν και οι άλλοι ταπεινωμένοι θα ψιθυρίσουν «χάσαμε» και τα φώτα θα ανάψουν ή τα φώτα θα σβήσουν. Και οι χαμένοι θα αποσυρθούν από τα στενά δρομάκια και οι άλλοι χαμένοι θα φωταγωγήσουν το συναίσθημα και θα σύρουν χορούς με αλαλαγμούς επινίκιους.

· Για μια μέρα όμως, για μια μέρα κρατά αυτή η ζητωκραυγή. Μετά επανέρχεται το δάκρυ στη φυσική του θέση και τα δάχτυλα πια ανοιχτά και τα δέκα κοιτάζουν κατάματα το πρόσωπο του πρωτοπαλλήκαρου της ευήθειας

· Είναι απίστευτο πόσο μικρή μνήμη έχει αυτός ο τόπος. Αίφνης ο αρχιερέας της διαπλοκής έγινε έντιμος εν τη ρύμη του λόγου.

· Αίφνης οι εκδιωχθέντες πρώην, έγιναν αλλαγή λόγω τραυματισμού και όχι λόγω συνθηκών, όπως αρμόζει άλλωστε στους κανόνες της τακτικής ενός ποδοσφαιρικού άγωνα.

· Ο Ιγνάτιος σπούδασε δικηγόρος τέσσερα χρόνια, έκανε ένα μεταπτυχιακό στο Παρίσι κι ένα διδακτορικό στην Αμερική και γύρισε. Δουλεύει σε ένα δικηγορικό γραφείο. Το πολύ πολύ να γίνει ένας δικηγόρος με ένα αξιοπρεπές αυτοκίνητο. Το όνειρο του είναι να γίνει πρωθυπουργός. Δε θα μπορέσει ποτέ να γίνει. Το όνομά του είναι Κακομούτσουνος. Με τέτοιο επίθετο το να είσαι δικηγόρος είναι πολυτέλεια.

· Έτσι είναι η χώρα αυτή η χώρα του φυτικού βασιλείου η χώρα των θαυμάτων. Η χώρα που η κίνηση μιας λεύκας μπορεί να σε κάνει να αγαναχτήσεις.

· Η χώρα των αποδράσεων των επιθέτων και των φυγαδεύσεων. Η χώρα της πολικής ευθύνης. Η χώρα που φυλακίζει ακόμα τους κλεφτοκοτάδες και φυγαδεύει τους καταπατητές της ευνομίας. Η χώρα των λυπημένων παιδιών. Η χώρα των επιδρομέων, των εκβιασμών, η χώρα που ασελγούν πάνω της κρονόληροι επιβήτορες. Η δακρυσμένη χώρα. Η χώρα του Σωκράτη και του Επίκουρου και των λοιπών αγνώστων. Η χώρα της σιωπής. Η χώρα του «σιγά τι έγινε». Η χώρα του χειροκροτήματος,

· Η χώρα της γενικής, γενικώς!

· Τα αυτοκίνητα μπήκαν στη σειρά κι οι καραμούζες μπήκαν στα στόματα. Κορναρίσματα και τα δάχτυλα να σχηματίζουν το σήμα της νίκης

· Κρυμμένος σε μια γωνιά με ενοχικό βλέμμα άδραξα την ευκαιρία, την έβγαλα έξω με έναν αναστεναγμό ανακούφισης και την άφησα να ξεθυμάνει. Την τίναξα προσεχτικά μην αφήσει κανένα σημάδι που να φανερώνει την αναλγησία μου. Ξερόβηξα αδιάφορα, ανακατώθηκα με το πλήθος, σκόρπισα ένα χαμόγελο και μπήκα στο μπαρ.

· Η μουσική απλώθηκε και το οινόπνευμα φυγάδευσε τις σκέψεις μου. Απέναντι μια ξανθιά ποθητή. Την πλησίασα αργά.

· Σκέφτηκα λίγο. Θα τα κάνω όλα απόψε λόγω της περιρρέουσας πανηγύρεως

· Και μετά.

· Θα αναλάβω καθ’ ολοκληρίαν την πολιτική ευθύνη!

λοξός

loksos@gmail.com

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 28/5/2009

· Σκότος! Μαύρο τραπέζι τέσσερα πόδια, το τραπεζομάντιλο ποτέ δεν υπήρχε στη σύνθεση, μια καρέκλα ξύλινη, οι τοίχοι λευκοί, λες και ήθελαν να αποχρωματίσουν την απόγνωση. Η πόρτα ανοίγει, ένα σπρώξιμο, τα χέρια ακουμπούν στο κάθισμα, να προλάβουν την συμφιλίωση με το έδαφος προσπαθούν. Βίαιη μετατόπιση του κορμιού, τα χέρια με τους αγκώνες πάνω στο ξύλινο ικρίωμα του μονολόγου των ερωτήσεων. Και άνθρωποι γύρω στους τοίχους, με τις πλάτες γυρισμένες στο λευκό, άλλοι με το πρόσωπο αντικριστά, να ακουμπά η μύτη στο τοίχο και το άλλο χέρι τεντωμένο να κουνά τα δάχτυλα πάνω στο κρύο, ανυπομονώντας για μια απάντηση στα κούφια ερεθίσματα. Μια λάμπα να κόβει το χρόνο φέτες, να σε εμποδίζει να κοιτάξεις τη μέρα και να συμμορφωθείς με τας υποδείξεις του σκοτεινού. Το φως διάχυτο, αποκρουστικό, να προκαλεί το ανασήκωμα του βραχίονα, ασπίδα στην επέμβαση του βιασμού της συνείδησης. Παλάμες να κτυπούν και να ξεσηκώνουν τη σκόνη, που χαλάρωνε στις αόρατες σχισμές της επανάληψης της ιστορίας. Τσιγάρα αναμμένα, στάχτες να αντιδρούν στην πτώση και μετά αποτσίγαρα να δέχονται το σκληρό πάτημα του σκαρπινιού, που στριφογυριστά έδινε μια μελανιά στο μωσαϊκό το πολύχρωμο. Οι λέξεις επαναλαμβανόμενες διακόπτουν το χρονικό διάστημα και αποκλείουν την σκέψη από την πολυπλοκότητα του εμπεριστατωμένου. Εφιάλτες πετούμενα αποπροσανατολίζουν το πραγματικό και φτιάχνουν παραδείσια δάση καμένα, με ψόφια αποκρουστικά φωνάγματα. Κι απέναντι συνθήματα παραποιημένα ενός κόσμου νεκρού εδώ και καιρό, να προσπαθούν να ανακαλέσουν τη χαμένη αριστερή αντίληψη. Εύκολα επικοινωνιακά τερτίπια της εικονικής πολιτικής. Κι ακόμα πιο πέρα ξεδοντιασμένο το παραδοσιακό περιθώριο να φαντάζει τόσο συνυφασμένο με τον αναχρονισμό, όσο ποτέ άλλοτε. Και στον επίλογο της κουβέντας φρέσκα χλοερά λόγια πασπαλισμένα με μπόλικη ναφθαλίνη προσπαθούν να εισχωρήσουν στο σύστημα επιτυχώς. Και δημοκοπικώς κέρδισαν το μετάλλιο της εκλογής. Αλλά νοητικώς έχασαν τον ήχο του επικροτήματος

· Ένα χαστούκι στο μάγουλο, ένα δάκρυ να κυνηγά τα δάχτυλα, αλλά οι φθόγγοι δεν βγαίνουν, ούτε ακόμα κι αυτό το βουητό της απόρριψης μπορεί να δώσει στον εισηγούμενο έναν ανεκτικό βαθμό κατανόησης.

· Ανάμεσα στα κρωξίματα πόσο μου μοιάζεις Ελλάδα σα μια γριά ετοιμοθάνατη που λεηλατείσαι, από λάσπες και σκατά και με κάνεις κι αναρωτιέμαι γιατί αυτός ο ήλιος αυτή η θάλασσα αυτή η γλώσσα δεν έχουν δραπετεύσει να βρουν αλλού το τοπίο της αρεσκείας τους. Ίσως γιατί οι λέξεις ακόμα ελπίζουν. Ίσως!

· Το χέρι άρπαξε τη λάμπα και τη γύρισε προς τον τοίχο. Τα ανδρείκελα όρθια φωτίστηκαν φτιάχνοντας κάτι λιγνές μακρουλές σκιές στο σεντόνι του ντουβαριού. Ιδρώτας είχε μουσκέψει τις μασχάλες τους. Τα χέρια τους κιτρινισμένα από το καπνό και τα πρόσωπα τους νεκρικά από την χρονοβόρα διαδικασία της πειθούς. Λιγδιασμένα μαλλιά. Να ανακατεύεται η αποβολή της υγρασίας με τη δυσωδία και το περιστατικό να θαμπώνει τη μνήμη. Ο πανικός έντονος στις μορφές, στα στόματα, στους λόγους, στα μπαλκόνια της εκφοράς του ψεύδους.

· Κι ανάμεσα στα στιγμιότυπα της παράνοιας, ο καθισμένος με τα χέρια πάνω στη σανίδα έλκει το φως της αντίληψης με ένα χαμόγελο αρεστό στη φαντασία. Λάμπει ενώ γύρω του οι πυγολαμπίδες φτιάχνουν χορούς και πυροτεχνήματα. Μια αγιογραφία του απρόσμενου που η ελπίδα προσπαθεί να δει να ξεπροβάλει από την μιζέρια του πολιτικού λόγου

· Έξω είναι ένας λαός χωρίς γλώσσα που ψιθυρίζει και σφαδάζει, όταν ο λόγος που αποκαθηλώνεται από τον προορισμό του γίνεται αγανάκτηση.

· Η εξουσία του παραλόγου δεν έχει καταγωγή ούτε κομματικές πεποιθήσεις. Υπάρχει παντού στο μυαλό στα χέρια στα μάτια στο κόλο, παντού, είναι υγρή παχύρρευστη και ευμετάβλητη.

· Κινείται σε οποιοδήποτε χώρο και ρημάζει προς πάσαν κατεύθυνση

· Σε λίγες μέρες στολισμένη θα παρασύρει τον πληθυσμό στο μηχανισμό της επιλογής.

· Ίσως το μεγαλύτερο εφεύρημα της εξουσίας είναι η δημοκρατική στάχτη, το παρερμήνευμα των πολύπλοκων εννοιών. «Ο λαός αποφάσισε», είναι η φράση που κάθεται σκουλαρίκι στα αυτιά και σε φέρνει στα πρόθυρα της εγκεφαλικής απόσυρσης. Μα, ο λαός εκπαιδεύεται εις τας εκπομπάς του δειλινού και εις τας αράδας των πρωτοσέλιδων

· Έλα μωρή, σε περιμένω το τριήμερο, στολίσου με τις εφημερίδες σου και τις κατευθυνόμενες τηλεοπτικές αβάντες σου, πάρε τα συνθηματάκια σου, τα πουλάκια σου και τα λογάκια σου και έλα, θα είμαι στην αμμουδιά και θα βλέπω τα κύματα. Κι όταν ακούω τους ήχους του υγρού να φοβερίζουν τη στιγμή της απόλαυσης, θα ρωτήσω το διπλανό μου για το αποτέλεσμα

· Και την ομολογία πίστεως που θες να υπογράψω, ποτέ δε θα την πάρεις, ούτε απ’ το στόμα μου, ούτε απ΄ το σώμα μου, συντροφιά θα κάνω στη λογική της ειρωνείας και του σαρκασμού, Ανεκδιήγητη! Και εκεί θα απομείνω!

· Και μια ματιά απορριπτική θα ρίξω στον ακατανόητο πληθυσμό, που ερεθίζεται ακόμα από την άθλια παράσταση

· Έλα, ησύχασε! Μια λέξη ακόμα και τελειώνω, αλλά θα στη πω φωναχτά, Βδέλυγμα

· «Πέμπειν ες παπαγάλους» κι ακόμα πιο μακριά, κατάπτυστη Περιττότητα!

λοξός

loksos@gmail.com