Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

λοξός εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 29/4/2010


· Στο πάτωμα

· Η γλώσσα να προσπαθεί να βρέξει τα ξεραμένα χείλια και το μάγουλο να εφάπτεται στην κρύα επιφάνεια.

· Μια μπότα στην πλάτη, γίγαντες σκοτεινοί με θολά πρόσωπα. Θεόρατοι εφιάλτες ατέλειωτων χρόνων. Πόνος και θάνατος, εξαθλίωση, μάνες να κλαίνε, παιδιά αποστεωμένα στους δρόμους, κατοχές, Γερμανοί με αγκυλωτούς σταυρούς να εκτελούν, φυλακές, εξορίες, δάκρυα παντού.

· Αυτό είναι το απεικόνισμα των τελευταίων ημερών, που σκιαγραφείται από τους αχθοφόρους των ειδήσεων, αυτό είναι το ιχνογράφημα στα χείλια των νέων, των γέρων, των φτωχών και των πλουσίων, αυτής της χώρας με τις χάρτινες μαριονέτες.

· Όλοι ξαφνικά νιώθουν σκλαβωμένοι γιατί τους είπαν ότι τους φόρεσαν αλυσίδες.

· Τι γέλιο Θεέ μου. Είπαν στο σκλάβο ότι σκλαβώθηκε και στεναχωρέθηκε.

· Ετοιμαζόμαστε να ακουμπήσουμε τα σκατά στην άβυσσο της λεκάνης μας και το στιλάκι που έχει ορίσει το χάλι μας, είναι δίπλα μας , από πάνω μας, από κάτω μας , από πίσω μας.

· Το γεγονός είναι ένα και αδιάψευστο.

· Οι Έλληνες δεν μπορούν να κυβερνήσουν την Ελλάδα, γιατί απλούστατα ο καθένας νομίζει ότι είναι ένα κράτος από μόνος του.

· Ο εξυπνακισμός που διδάσκεται από τη μέρα που γεννιόμαστε, η χωριατιά που ξεφυτρώνει από το προσκεφάλι μας. Οι έσχατοι που είναι πρώτοι και οι σημαντικοί που προσπαθούν να αναπνεύσουν.

· Η χώρα που καταρρακώνει τη διαφορετικότητα και αναδεικνύει το τελευταίο.

· Μια ματιά στα πρόσωπα της επικαιρότητας. Στα αστέρια του μεσημεριού, του απογεύματος και της νύχτας. Και διαφαίνεται το συμπέρασμα ακλόνητο!

· Η χώρα που έκανε το κάτι, υπερώον και την απουσία τρόπο ζωής.

· Ο Γεώργιος Παπανδρέου του Ανδρέου, απλώς ανακοίνωσε στον ήδη σκλαβωμένο Έλληνα το χρώμα της αλυσίδας του.

· Προς τι λοιπόν ο αλληλοσπαραγμός, προς τι τα ξεφωνητά, τα αριστερά, τα δεξιά και τα πλαγίως δεξιότερα?

· Δεν ήξεραν οι αρθρογράφοι οι ελεύθεροι, ότι ο Προμηθέας ήταν τόσα χρόνια δεμένος στο βράχο?

· Δεν ήξεραν οι πολιτικάντηδες ότι εκείνο το σημάδι στον αυχένα ήταν από το περιλαίμιο?

· Τι γέλιο Θεέ μου!

· Διεφθαρμένοι απανταχού διατρανώνουν τώρα την αγανάχτηση τους και νιώθουν την καταισχύνη για το ονοματεπώνυμο του κατακτητή.

· Ξεκάρδισμα!

· Και εξακοντίζεται η συγνώμη από τα χείλη Αντωνίου του Σαμαρά, όχι βεβαίως γιατί υπάρχουν ίχνη μετανοίας αλλα καθαρά για την επομένη. Το καινούργιο τέχνασμα.

· Να παραδέχεσαι την ηλιθιότητά σου. Και να πιάνει!

· Ω Θεέ μου!

· Και μου έρχεται στο μυαλό εκείνο το καφενείο στο νησί των ανέμων, στην Τήνο. Ήταν οι τελευταίες εκλογές που κέρδισε ο Σημίτης. Ένα τετράγωνο σιδερένιο, καραφάκια ούζο και στην παρέα ο Κακαουνάκης, ο Δελλατόλας και μια άλλη φωνή. Κι ανάμεσα στις καλοκαιρινές συζητήσεις και ενώ η ελαφρά μέθη σοβάρευε τα στόματα, ακούγεται.

· «Όταν θα κυβερνήσει ο Καραμανλής, η Ελλάδα θα πάει πενήντα χρόνια πίσω».

· Κι ακόμα μπορώ να ξεχωρίσω εκείνη τη χροιά ανάμεσα στο πλήθος.

· Αφημένος ανάμεσα στις αποστάσεις των γραμμών και καθηλωμένος από την ανυπέρβλητη σοφία των παρακειμένων μου υποκλινόμενος, αποσύρω το γέλιο μου από τον επίλογο

· Τοιουτοτρόπως αντιλαμβανόμενος την περιορισμένη νοημοσύνη όλων αυτών που δάκρυσαν γιατί η μέχρι πρότινος ελεύθερη Ελλάδα, σκλαβώθηκε του Αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου, ανατρέχω στην απίστευτη ηλιοφάνεια της παιδικής αφέλειας και δανείζομαι την ερώτηση

· «Γιατί μαμά η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει?»

· Και οι λέξεις ακόμα προσπαθούν να βρουν τον τρόπο να προσεγγίσουν την απάντηση


Κλειδωμένα λόγια

Πράσινο βαθύ, ο ουρανός του κάδρου.

Παλιά, τα κατεβασμένα ρολά. Κατακάθια από χρώματα να δηλώνουν την αρχαιότητα των στιγμών.

Γυαλιστερό το κλειθρον της σιωπής κατασκευασμένο σε μοντέρνα εργαστήρια.

Από μπροστά η επιταγή της συμφοράς κι από πίσω το παραμύθι με τους δράκους.

Τα λατινικά αρχικά μπορεί να είναι ενα όνομα δυο ερωτευμένων που κλείδωσαν το πάθος τους.

Μπορεί να είναι και τα αρχικά του Γιώργου και της Ρούλας.

Η αποκαθήλωση της ερμηνείας συνεπάγεται και την κατάθεση οποιουδήποτε συνειρμού.

Κλειδαριά κρεμασμένη σε συρματόπλεγμα ιστορικό.

Και τα αρχικά να προκαλούν την αφαίρεση και να ορίζουν με σατανικότητα τα τεκταινόμενα.

Όταν το τυχαίο χωρίς σκέψη, φροντίζει να απεικονίζει την πραγματικότητα

Και φωνασκεί το αλφάβητο κι ο γιος της Πανδώρας περιφέρεται εκτεθειμένος στα περιστατικά του κόσμου ασθμαίνοντας και παραπατώντας.

Ορίζοντας την κατάρρευση ενός μύθου.


Μυογράφημα

· Μεσάνυχτα!

· Περιορισμένη ορατότητα.

· Ένα αυτοκίνητο με σβησμένα φώτα προσπαθεί να ανέβει τον ανηφορικό δρόμο.

· Ομίχλη χαμηλωμένη. Ξερότοπος. Υγρασία.

· Οι πινακίδες προσδιορίζουν την επικινδυνότητα.

· Στα πλαϊνά του δρόμου πολλά σκυλιά να αλυχτούν. Άλλα όρθια κι άλλα καθισμένα. Μερικοί θάμνοι και κάποιες θεόρατες πέτρες με εξοχές ακατάστατες.

· Ο δρόμος μακρύς. Τα υπόλοιπα της καταχνιάς φτιάχνουν μικρές τρύπες χωρίς περιεχόμενο.

· Στη στροφή κι ενώ τα λάστιχα ζωγραφίζουν μια βαθιά αυλακιά στο χώμα, δυο χέρια υψωμένα, ένα σώμα και ένα χλωμό πρόσωπο γνέφουν για το σταμάτημα.

· Τα χέρια στη μούρη της λαμαρίνας και το κορμί γράφει τη γωνιά της απόγνωσης

· Οι πόρτες ανοίγουν .

· Τρεις τύποι με μαύρα κατέβηκαν.

· Κοίταξαν το κουλουριασμένο σώμα, έριξαν τους μορφασμούς λυτούς στη μουσκεμένη σάρκα και πλησιάσαν.

· Τα δυο χέρια στηρίχτηκαν στο σιδερένιο κι ανασηκώθηκαν.

· «Ποια είσαι?»

· Το βλέμμα κοίταξε προσωρινά την ερώτηση.

· Ένας φθόγγος βγαίνοντας κτύπησε στην ομίχλη και χάθηκε στις οπές χωρίς νόημα.

· «Χάθηκα», βγήκε το συμπέρασμα και καταστάλαξε στα έρημα περιθώρια.

· «Και φοβάμαι τα σκυλιά που φωνάζουν, τους θάμνους με τα απίστευτα σχήματα, τους εφιάλτες που τρέχουν και με προλαβαίνουν.

· Οι τρεις τύποι τακτοποίησαν τα καπέλα τους.

· Η μηχανή βούιξε.

· Μια στροφή και το σώμα απόμεινε μόνο του και γύρω οι σκύλοι άλλοι καθιστοί κι άλλοι όρθιοι να αλυχτούν.

· Κι οι θάμνοι κι οι πέτρες.

· Και μια ομίχλη να ψάχνει απεγνωσμένα το τέλος

loksos@gmail.com

λοξός εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 21/4/2010


· Έσπερόμορφα τα δώματα!

· Σύννεφα θεόρατα, σχηματοποιημένες αναπαραστάσεις δυσοίωνων προγραμματικών δηλώσεων της επόμενης δύσκολης ημέρας.

· Και τέφρα. Να ανεβαίνει στα υπερώα ορίζοντας την ματαιοδοξία του ελαφρύτερου

· Στον απέναντι ευκάλυπτο ο σπουργίτης ματαίωσε την τελευταία του πτήση για την γειτονική αυλή

· Ο καιροί δύσκολοι και τα υπολείμματα που εμποδίζουν τα πετάγματα κυριάρχησαν στις επικεφαλίδες των σελίδων

· Κονιορτός και σημεία από τα έγκατα

· Τελειώνουν τα σώματα και μαζεύεται ο κόμπος ψηλά στο λαιμό.

· Στα δέντρα γράφαν τα αρχικά για να θυμούνται τα πάθη

· και απεγνωσμένα τα γράμματα σηματοδοτούν αφαιρετικά τα πέτρινα χρόνια

· Τρία γράμματα φτάνουν για να ορίσουν έναν εφιάλτη

· Σηκώσαμε τα χέρια και παραδώσαμε τα κλειδιά της εξώπορτας. Και γλείφουν τα πατώματα τους συνδυασμούς των φωνημάτων για να φτιάξουν χαμόγελα προφορικά.

· Πως ονομάζεται ο πρωθυπουργός μιας χώρας που δεν κυβερνά, αναρωτιέται ο παρείσακτος επισκέπτης του κειμένου

· Και πως ονομάζεται η κυβέρνηση που απλώς εφαρμόζει την συνταγογραφία μιας επιτροπής κουστουμαρισμένων αγέλαστων τεχνοκρατών, διερωτάται το ακροδάχτυλο ακουμπώντας το λευκό χαρτί της πρωτόλειας σύνθεσης

· «Τρέχα και πες τους ότι δε θέλω να σωθώ», φώναξε η μικρή πεταλούδα διαμαρτυρόμενη για τις γελοιογραφίες των εξωφύλλων

· Σωσμένος με το λουρί σε συσκευασία δώρου

· Θυμάμαι εκείνο το πιάτο με το πλιγούρι, σε εκείνο το μονοθέσιο σχολείο, στο συσσίτιο, με τη Φρόσω να ξεφωνίζει σερβίροντας, να κάθεται η μπουκιά στο στόμα μέσα και να γίνεται σβόλος. Θέλω τους δεσμοφύλακες των ονείρων μου κι όχι την πλαστικοποίηση της ελευθερίας μου, ξεφώνισα

· Αλυσοδεμένος ήμουν ανέκαθεν, αλλά τουλάχιστον κάποιες φορές άκουγα και τη δικιά μου φωνή να ενοχλεί μερικά μονότονα βλέμματα.

· Τώρα οι πτήσεις απαγορεύονται μέχρι νεωτέρας.

· Κι ονειρεύομαι, παραμιλώντας.

· Να συσταθεί μια επιτροπή για να ερευνήσει ποιοι ειναι οι υπεύθυνοι για την ταπείνωση της χώρας. Να βρεθούν οι ένοχοι, να καταδικαστούν για εσχάτη προδοσία, να δημευθούν οι περιουσίες τους, να διαπομπευθούν με ξυρισμένα κεφάλια στους μεγάλους δρόμους

· Και ξύπνησα με το χασμουρητό της προηγούμενης μέρας φυλαγμένο καλά στο άνοιγμα των χειλέων μου.

· Και αποφάσισα ότι ΒΑΡΕΘΗΚΑ

· Να ακούω τον Παπανδρέου με το ζωγραφισμένο καλοσυνάτο χαμόγελο και την καλή πρόθεση, να αναμασά τις ίδιες λέξεις που άκουγε ο παππούς μου.

· Βαρέθηκα τον Παπακωσταντίνου, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πρωταγωνιστής ελληνικής ταινίας και να μετρά τις φυλαγμένες λίρες, να με βλέπει σαν χαρτονόμισμα.

· Βαρέθηκα το Σαμαρά να βγάζει λογύδρια να κενολογεί κι από κάτω να τον χειροκροτεί η Πιπιλή και να στραβομουτσουνιάζει η Ντόρα.

· Βαρέθηκα να ακούω τον Πάγκαλο να ακυρώνει το πασιφανές με τη γλωσσική του νοημοσύνη και να κρύβει στο φουσκωμένο στομάχι του την αλήθεια.

· Την Παπαρήγα με τη αποστεωμένη σκέψη και την πολιτική παλιομοδίτικων τίτλων. Κι ανεβάζω τα χέρια μου ψηλά βλέποντας τον Τσίπρα με τα ροδοκόκκινα μάγουλα να επαναστατεί λεκτικώς περισσότερο απ ότι ανασαίνει

· Και εκείνον τον ακατονόμαστο επισκέπτη των ειδήσεων με την αλλοπρόσαλλη λογική τις παρηκμασμένες ιδέες τις ρατσιστικές διαλέξεις να εξυπηρετεί πέρα δώθε κάθε μορφή κατευθυνόμενης θέασης.

· Βαρέθηκα και τις επιτυχίες του Προστάτη μου και τις χρονικές στιγμές, οι οποίες σατανικώς με κάνουν και υποπτεύομαι

· Και η διαφορετικότητα αποσύρεται στη διπλανή τάξη βλαστημώντας.

· Η τέφρα πλησιάζει, ξεροκαταπίνω!

· Το τεντωμένο χέρι περιμένει υπομονετικά.

· Νόμισε ότι αδιαφόρησα.

· ‘Όμως δεν υπήρχε τίποτα στην αδειανή τσέπη.


Μυογράφημα

· Η συνωμοσία κτύπησε την πόρτα

· Μαζεύτηκαν γύρω απ το τραπέζι

· Μουσικούλα απαλή και χαμηλωμένο το φως.

· Μαύρα κοστούμια, μυτερά παπούτσια κρυμμένα πιστόλια στις μασχάλες. Βλέμματα πέρα δώθε, αμηχανία και τρόμος. Προσεκτικές οι λέξεις συμφωνούν πάντα με το προσύμφωνο

· Ένα τρίξιμο. Αργά βήματα. Γυρισμένα βλέμματα.

· Ο αρχηγός επιβλητικός, σκοτεινός. Προχώρησε αργά κοιτάζοντας σαρκαστικά τα σκυμμένα κεφάλια.

· Τράβηξε αργά το πολυτελές κάθισμα.

· Στη μεγάλη πλάτη της πολυθρόνας ένα τακτοποιημένο πρόσωπο. Κινήσεις αργές, να προκαλούν το δέος στην αμηχανία

· Ησυχία. Αναπνοές διακεκομμένες. Θόρυβοι επιθανάτιοι και μερικές σταγόνες αλμυρές να αλλοιώνουν την ψυχραιμία.

· Ένα νόημα. Οι λέξεις απεγνωσμένες περισσεύουν απ το συμπέρασμα.

· Φωνές κι εκφράσεις αποκρυπτογραφούν την αγωνία .

· Ανασηκώνεται. Απότομος ο ήχος.

· Αργά βήματα πίσω απ τις πλάτες.

· Ένα κτύπημα στον ώμο. Και μετά ένας κρότος δυνατός. Μια κόκκινη κηλίδα λέρωσε το λευκό.

· Ησυχία ξανά. Τα μαντίλια βγήκαν και σφούγγισαν τις σταγόνες που ξεθάρρεψαν.

· Το τέλος ήταν προκαθορισμένο για όλους.

· Σε εκείνη την παρέα των μαυροφορεμένων.

· Κοίταξε έξω.

· Ένα κτήριο μεγαλοπρεπές απέναντι. Τα παράθυρα κλειστά. Κάποια αγριόχορτα έδειχναν το μεγαλείο της εγκατάλειψης.

· «Ποιος μένει εκεί? Ρώτησε».

· «Εγώ». Ψέλλισε.

· Το χέρι πέρασε στη μασχάλη. Ένα πιστόλι σκαλισμένο

· Γύρισε. Η μαύρη τρύπα μεγάλωσε στα μάτια του.

· Χλώμιασε.

· «Πάμε πάλι απ την αρχή» φώναξε ο σκηνοθέτης.

· «Δεν πρέπει να δείχνεις τόσο φοβισμένος», ούρλιαξε!


Κάτω κόσμος

Πλαστικά καλύμματα πρόσκαιρης ευτυχίας και από πάνω φιλήσυχοι πολίτες αγναντεύουν το αξιοθέατο.

Στις διαδρομές της Περσεφόνης, η ουσία της χρεοκοπίας της ζωής.

Οι βιομηχανίες δημιουργημάτων για τον κάτω κόσμο φρόντισαν να φτιάξουν τις στέγες με απαλά χρώματα.

Και τις αυτοσχέδιες καλύβες, τους κλοσάρ, τους ήρωες των κιτρινισμένων σελίδων, τους αντικατέστησαν κατασκευασμένοι κάτω κόσμοι, πλαστικοί οικισμοί

Μπαλκόνια στα βρόμικα νερά του καναλιού, φορολογία για το αύριο της ελπίδας.

Στο πρασινοκίτρινο των υδάτων, στις μέγιστες πρωτεύουσες, ο θεατής αποσπά την εικόνα βυθίζοντας στο νερό τα δικά του όνειρα

Πλαστικοποιημένε, ψεύτικε, κοσμοπολίτη ποταμέ, με τις γιρλάντες στα στημένα τουριστικά μέρη σου και τις απόμερες φτωχογειτονιές σου!

Δάνεια ζωής, μετανάστες του χαμένου χαμόγελου, ζητιάνοι μιας στιγμής φοβισμένης.

φτάνει να ναι γεμάτη από κείνες τις λιχουδιές, που ονειρεύεται η μελαγχολία όταν συλλογιέται.

loksos@gmail.com

λοξός εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 15/4/2010


· Μυρουδιές, παπαρούνες, μικρά λουλουδάκια και άλλα αναμνηστικά σε τιμή ευκαιρίας στα καταστήματα με την επιγραφή είδη δώρων της Ανοίξεως. Και τα δώρα σε μορφή αεροστεγούς συσκευασίας έρχονται για να αγιογραφήσουν το μέτρον άριστον των εξαγγελιών.

· Και όλα πάνε καλώς για τους άλλους και απομένει η σκληρότητα για τους παρείσακτους των πολιτειών.

· Εσώθη η Ελλάς και εταπεινώθη ο Έλλην.

· Σχήματα οξύμωρα και ερωτήματα παιδικής αφέλειας αλλά με δομή αληθείας η οποία τσακίζει την σύνθεση των οστών

· Τοιουτοτρόπως με την γλυπτική της αθωότητος και το μορφασμό του «λυπάμαι δε γίνεται διαφορετικά» ο Γεώργιος Παπανδρέου του Ανδρέου και της Μαργαρίτας θα σώσει την Ελλάδα και κατ’ αυτόν τον τρόπο θα κατασκευαστούν οι καινούργιοι πεινασμένοι και φοβισμένοι πολίτες της επικράτειας, κατόπιν εντολής των οικονομικών κέντρων κατασκευής της ευμάρειας των συστημάτων. Και αναρωτιέται ο ηλιθιολόγος των σειρών πώς είναι δυνατόν να σώζεται μια χώρα όταν πεινά ο διαμένων εντός των ορίων αυτής?

· Και οι μορφές έρχονται και ομοιάζουν με τις φιγούρες κάποιων παλαιών ανατυπώσεων των σκέψεων

· Μια οικονομική κρίση που έφτιαξε έναν φτωχότερο άνθρωπο και μια ρητορική που είναι αρκετή για να σε πείσει ότι οι Άγιοι αυτοί άνθρωποι αγωνίζονται διά την σωτηρίαν σου.

· Βλέπεις την ευελιξία της πονηρής ματιάς στο πρόσωπο του κατέχοντος τον θώκο της οικονομικής έδρας κ. Παπακωσταντινου και διακατέχεσαι από το κρυπτογραφημένο νόημα του μασκαρεμένου βλέμματος που υπονοεί πολλά και υπόσχεται ακόμα λιγότερα. Και κάτω από το καλογυαλισμένο ένδυμα την καλοχτενισμένη καλλιέργεια της κεφαλής ευρίσκεται ο μηχανισμός απομόνωσης της ευτυχίας των άλλων. Και εκείνο το χαμόγελο μαζί με εκείνη την σπουδαγμένη ειρωνεία να σε κάνει να ανατρέχεις σε σελίδες επιστημονικών κειμένων.

· Και ενώ όλο το σύμπαν έχει συνωμοτήσει και τα στημένα παιχνίδια έχουν ξεγελάσει τη χρονική στιγμή ο επιθεωρητής Ο’ Χρυσοχοιδης, ο άνθρωπος που γεννήθηκε με το εξάσφαιρο για μπιμπερό, ο φόβος και ο τρόμος της παραβατικότητας εκμεταλλευόμενος την εφαρμογή του αυτονόητου, αποσπά ίσως παγκοσμίως τον μέγιστο τίτλο του τρομοκρατοκτόνου, γράφοντας στο ενεργητικό του σελίδες επιτυχιών που θα ζήλευε ο καλύτερος σεναριογράφος του χόλιγουντ.

· Πυγήν μεγάλην και εμμονή να ανέβει την κλίμακα των ιστοριών στα αναμμένα τζάκια, πετυχαίνει πάντοτε το στόχο του οιανδήποτε στιγμή βρεθεί στο προσκήνιο. Ένας οικουμενικός διώκτης της παράβασης

· «Μικρέ ήσυχα, θα φωνάξω το Χρυσοχοίδη», φράση μελλοντική που θα ακούγεται στις διηγήσεις των μοντέρνων γιαγιάδων με τα λάπτοπ αγκαλιά, στα με ψεύτικες φωτιές, αναμμένα τζάκια

· και ο Αντώνιος ο Σαμαράς ευρισκόμενος σε μια ακουστική ψευδαίσθηση «ακούει την φωνή της παράταξης του»

· Μια «διπολική διαταραχή» που ξεκινά από παλιά και μάλλον θα οδηγήσει την παράταξη του σε «αποσυνδετικές διαταραχές».

· Η επανάληψη, αναγκαίο κακό της περιγραφής.

· Έτσι είναι η ζωή κι αυτήν την εβδομάδα, ενώ ευρισκόμουν κλειδωμένος σε εκείνη τη μικρομέγαλη αίθουσα που προφύλαγε την αισθητική μου.

· Κι όταν εκείνα τα δάχτυλα άγγιξαν τα πλήκτρα κι ο ήχος γέμισε το θέατρο ανακουφίστηκα βλέποντας γύρω μου τόσα βλέμματα και πρόσωπα να κλείνουν τα μάτια.

· Θέλει ο ήχος το μολύβι του για να γράψει στο μυαλό και η σιωπή έχει το δικό της επιφώνημα.

· Αποσιωπώντας τα επόμενα εντέχνως αφοσιώθηκα στο κατρακύλισμα της ημέρας και κοιτάζοντας έξω από τα μάτια μου, αντιλήφθηκα ότι και σήμερα σκοτείνιασε.

· Λύθηκαν τα ξανθά μαλλιά κι ο Στραβίνσκι υποκλίθηκε στο τελείωμα της νύχτας.


Μυογράφημα

· Ξημέρωμα και κάτι ακόμα

· Ένα ισχνό παιδί με πολλά όνειρα κατηφόρισε το χωματένιο δρόμο.

· Στο βάθος ένα σχολείο. Ένας κήπος με ευκάλυπτους. Ένα σκάμμα γεμισμένο με άμμο.

· Στην είσοδο εκείνος με το μικρό μουστάκι και τη βέργα να κτυπά στο πλαϊνό του ποδιού. Η σάκα βαριά, το βλέμμα δεν σηκωνόταν. Ο φόβος παντού. Να περνάει από μέσα στα κοκκαλα και να φεύγει μέχρι την κεφαλή.

· «Άργησες» και να προσγειώνεται ο πόνος στα ανοιγμένα δάχτυλα.

· Δάκρυ να μη κυλά, να κατακάθεται κάτω απ τα βλέφαρα. Μετά το ξύλινο θρανίο και εκείνα τα μαθήματα με τα ρητά και τις κεντρικές ιδέες.

· Και το πρωί της Κυριακής την ώρα που ερχόταν εκείνος ο πιο γλυκός ύπνος, άγριο σήκωμα με φωνές. Εκκλησιασμός, φωνή Kυρίου κι αντίδωρο.

· Μικρό χωριό, μικρές αναπνοές.

· Κρυφά διαβάσματα, επαναστάσεις, ιδέες καινούργιες, ουτοπίες κι οράματα άπιαστα. Αυτός εκεί κι απέναντι οι άλλοι.

· Μίσος για όλους.

· Ήταν μόνος. Έτσι τον έμαθαν. Να είναι μόνος.

· Έφτιαξε τη πρώτη σαΐτα και ξεσπούσε στους σπουργίτες που ξεχώριζαν πάνω στη ψηλή λεύκα.

· Μετά η μεγάλη πόλη. Δουλειά δε βρήκε ποτέ. Δεν τον αγάπησε κι εκείνη η μελαχροινη με τα μεγάλα μάτια.

· Απομονώθηκε.

· Και άρχισε να βλέπει μόνο το δικό του κόσμο.

· Φόρεσε την ψευδαίσθηση και σκότωσε

· Και έντυσε τη ζωή του με το ίδιο μίσος που τον μεγάλωσαν.


Αποτύπωμα ψεύδους

Μεγάλα τα όργανα των αισθήσεων στις βιτρίνες και αυξομειώνεται η διάθεση των σχημάτων της θέασης.

Ουρά οι παριστάμενοι έμπροσθεν της θεατρικής παραστάσεως να αντικρίζουν και να συμμετέχουν πάραυτα στην εξέλιξη.

Και να μεγαλώνουν οι οφθαλμοί και να αγγίζουν οι ξύλινες μύτες την ερμηνεία.

Να ακούγονται οι δικαιολογίες και να αδειάζουν τα στόματα από τα φωνήεντα.

Και να χειροκροτούν και τα υπόγεια να τρέμουν από ευχαρίστηση για την ανόρθωση των μυτερών εξοχών.

Στα καταστήματα, ομολογίες της πραγματικότητας με παιχνίδια ξύλινα, για να απαλύνεται το ερμήνευμα.

Κυριαρχία των ψευδαισθήσεων και το παραμύθι στην υπηρεσία της αποκρυπτογράφησης.

Ο φακός εχθρός της φλυαρίας ανθίσταται με όλα του τα χρώματα.

Και εκείνο το κόκκινο φορώντας την εντύπωση ορίζει ακριβώς την πολιτεία της σήμερον.

Και πατώντας το πληκτροφόρο έγχορδο ακούγεται η φωνή που επαναφέρει τα βήματα στη συνέχεια της λεωφόρου.

loksos@gmail.com