Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ Πέμπτη 19/03/2009

·      Μια αρχέγονη στάση απέναντι στις εκδηλώσεις της επιβολής,  που πλανιέται ανάμεσα στα στενοσόκακα της ονειροπόλησης   και της ασυμβίβαστης  σκέψης, για να γίνει αποτέλεσμα δυσερμήνευτο,  είναι αυτή των υψωμένων χεριών, των ποδοβολητών, των συγκρούσεων, των σπασμένων τροχοφόρων  και των παραβατικών συμπεριφορών

·      Και το προκληθέν εντοπίζεται και καταδικάζεται ως αποτέλεσμα

·      Και αγνοούν οι παριστάμενοι τις επιμέρους συνθέσεις που δημιούργησαν την σειρά των προσθετέων

·      Παραβατικές οι έννοιες οι γοητευτικές, παραβατικές οι στάσεις που αναμόχλευσαν τις κοινωνίες.

·      Και το ερωτηματολόγιο προφανές, διατυπώνεται

·      Άνθρωπε, πίσω από τον χοντρό σκελετό σου και την παχύρρευστη αυτή μάζα λεξημάτων την επιτηδευμένη να καλύπτει όλη την υποκρισία των κρυμμένων χαρακτηριστικών του εύνομου του ηθικού του καλώς κείμενου, έχεις αφήσει ποτέ το ερώτημα της αιτίας να μπει στο όστρακό σου?

·      Ακατανόητε, μπόρεσες ποτέ να κοιτάξεις κατάματα  ένα μικρό παιδί, να το πάρεις απ το χέρι και να του δείξεις ένα φύλλο που πέφτει?

·      Ανήκουστε,  μπόρεσες ποτέ να χαμογελάσεις ξυπνώντας το πρωί και κοιτάζοντας το σύννεφο να θυμηθείς την προηγούμενη βροχή?

·      Μαριονέτα ανθρωπόμορφη, μπόρεσες ποτέ να ανάψεις μια φωτιά στα ξερόχορτα τα στοιβαγμένα στις άκρες του τσιμεντένιου πια διανοήματος?

·      Νιώθεις  τη βια καθημερινά, μικρέ, μέσα από τετράγωνες οθόνες, μέσα από ορθογώνια χάρτινα φύλλα, νιώθεις  τη βια όταν το χέρι ψαχουλεύει στην πάνινη υποδοχή σου

·      Ένας τεράστιος ουρανός με μαύρα σπαθιά, κοντάρια, κοράκια και  φουσκωτούς οργανισμούς με καπέλα και φράκα να πετούν, να χέζουν, να παραμιλούν, να κλέβουν, να σαρκάζουν και να ακονίζουν τις αιχμές,  είναι οι εικόνες σου όταν το σκοτάδι απλώνεται στα καημένα τα  μάτια σου

·      Ανοίγεις τους τίτλους των αναρτημένων τυπωμένων γραμμάτων και οι προτάσεις είναι περιγραφικές λες και σου επαναλαμβάνουν τους  τίτλους  της ζωής σου που τους  ξέρεις, χωρίς να φτιάχνουν το σκούντημα που ονειρευόσουν

·      Και ένα έργο εφιαλτικό, παρανοϊκό κι οι εμπνευστές του καθημερινά, όρθιοι ή καθιστοί μπροστά σου κάθε βράδυ, να ασχολούνται με τα αθροίσματα  που δημιούργησαν και να ξενίζονται

·      Ένα  συγκρότημα συμπεριφορών σε ένα μαυροπίνακα με τρία πόδια, με τα κρατούμενα να απουσιάζουν.

·      Γελοιότητα υπάρχει πίσω από κάθε πρόταση, ήχος αποχρέμματος όταν οι άνθρωποι των πράξεων μαζεμένοι απορούν για την εγκαθίδρυση του παραβατικού

·      Άραγε μέσα στο επιβλητικό σάπιο που υπάρχει παντού, δε θα ήταν παραφωνία  η ηρεμία του τοπίου?

·      Ποια φαεινή ιδέα έχουν άραγε οι παντουργοί των φαιών χρωμάτων για να επικυρώσουν  την σιωπή, τη συναίνεση των αντιδράσεων

·      Βια η ωμή η κτηνώδης η ψυχολογική η ανωτέρα η τηλεοπτική ,η γραμμένη, η προφορική και η ανέκφραστη. Η βια των δρόμων των γηπέδων των λόγων και των κάθε λογής έργων

·      Είναι νόμιμη η κλοπή του καταστηματάρχη όταν το φανελάκι από βαμβάκι κοστίζει όσο η ίδια η παραγωγή του συμπαθούς χνουδωτού και είναι νόμιμη η  τιμή των έξι ευρώ για τις δυο ντομάτες τις γεμιστές που στολίζουν ένα λευκό πινάκιο

·      Επίσης είναι νόμιμη η υπεράνω των νόμων στάση των σημαντικών, να  αποσύρουν το φωτεινό από τις παρειές της παιδίσκης και να μολυβώνουν με μαύρο τα γρατζουνισμένα γόνατα του ανέμελου τρεχαλατζή της αλάνας.

·      Είναι νόμιμο να χαζεύεις μ ορθάνοιχτο στόμα  καθημερινά τον ίδιο θίασο επί σκηνής να προσπαθεί να καθορίσει τη σκέψη σου

·      Και είναι παραβατική  αντίδραση, η χλεύη των θεατών αυτής της κακής απόδοσης του διαλόγου

·      Μια ομάδα  αντιφρονούντων τσακίζει τις περιουσίες των αθώων σε μια πολιτεία και μια άλλη ομάδα παραβατικών τσακίζει τη διάθεση του κατακυρτωμένου να αναπνεύσει

·      Αυτό που αντίκειται στους κανόνες τους νόμους μιας ευνομούμενης πολιτείας, ίσως να λέγεται παραβατικό

·      Η ερμηνεία κάποιων σειρών όπως βολεύει την εκάστοτε θέληση  του υπερώου, ίσως να λέγεται νόμος

·      Μια επικράτεια βασισμένη σε νόρμες  που  πληγώνουν αυτό που ονειρεύτηκες,  ίσως να λέγεται ευνομούμενη πολιτεία

·      Η βια φορά κουστουμάκι σινιέ και γραβάτα ενυπόγραφη δεν σπάει αυτοκίνητα ούτε μαγαζιά. Σπάει το μυαλό σου, σου ρουφά το αίμα σου και το όνειρο σου σε κάνει να νιώθεις μοναχός, να παραμιλάς και να γελάς δυνατά να τρέχεις γρήγορα και να κτυπάς χέρια και πόδια σαν μια καρικατούρα, σαν σκίτσο σε ένα λερωμένο μπλοκάκι. Είναι  μια γλοιώδης ουσία που κολλάει  στον ουρανίσκο και δε σ’ αφήνει να απολαύσεις την απλή γεύση που αφήνει η επιθυμία όταν σκαλώσει στη σκέψη σου.

·      Το δάχτυλο στο στόμα, «πιο σιγά», φώναξε και μετά

·      «Κατερίνα που στο διάολο έχεις εκείνη την εφημερίδα?»

·      Ακούστηκε ο κυρίαρχος   από την πολυθρόνα

·      Στη πόρτα το κλάμα ενός μωρού με το χέρι μπουνίτσα στο ένα μάτι, να φτιάχνει το κόκκινο της απόγνωσης

·      «Παράτα με» η φωνή έφτασε μαζί με τον ήχο του σπασμένου πιάτου στο σαλόνι

·      Το κλάμα συνέχισε να συνοδεύει την αδιαφορία και να φτιάχνει μελόντικες παραβάσεις

·      «Προσκαλεσμένος μας σήμερα ...»

·      Και να, ο γνωστός  επισκέπτης της επανάληψης

·      «Χαμήλωσε την επιτέλους θα τρελαθώ», η στριγκλιά κάλυψε την ένταση της εκφοράς 

·      Η μπουνίτσα ακόμα στη πόρτα, βάφει με κόκκινο τα δάκρυα

·      Και η νωχέλεια απορεί γιατί οι δρόμοι γεμίζουν ερείπια, φωτιές και στάχτες!

·      Και ακόμα δεν έχει φανεί εκείνο

·      Το εξόδιον το τραγικόν, το αναμενόμενον

 

λοξός

loksos@gmail.com