Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

·      Το αποχωρητήριο στα παλιά σπίτια βρισκόταν στην αυλή

·      Ένας μικρός διάδρομος  χώριζε το σαλόνι από την υληγενή υποδοχή

·      Ένα ταξίδι καθημερινό, με το φως του Ήλιου, με το φως του φεγγαριού

·      Δυο τρία σκαλάκια πέτρινα, σαν θρόνος.

·      Ανέβαινες. Καθόσουν. Ακουμπούσες στο φιλόξενο ξύλο και ο ανακουφιστικός αναστεναγμός διαπερνούσε το μισοσκόταδο και έκανε το χνότο να φτιάχνει μικρές εικόνες

·      Χειμωνιάτικο το  κρύο. Τα πόδια έτρεμαν. Η στάση γειρτή.  Κρατημένος στα σωθικά ο αέρας. Γκριμάτσα πλαγιαστή. Ήχος σφυριχτός και ένας υπόκωφος θόρυβος μαλακός συνόδευε την επαναφορά των χαρακτηριστικών του προσώπου στην κανονικότητα 

·      Στο πλάι, ένα καρφί στο τοίχο με τετράγωνα χαρτάκια με λέξεις από μελάνη, βοηθητικά υπολείμματα της ημέρας  

·      Περιοδικά εφημερίδες, παλιά τετράδια, κομμένα με το χέρι σε τετράγωνους σχηματισμούς συμμετείχαν στη χαρτογράφηση του καθαρίσματος των απολυμάτων

·      Μετά την επιτυχή κατάληξη του σφουγγίσματος τα συμμετέχοντα στην διαδικασία της κάθαρσης,   συντρόφευαν τα αποχωρήματα στο βάθος του λάκκου, στο σύνηθες ταξίδι της ανακύκλωσης  των αφοδευμάτων

·      Μια σεμνή τελετουργία,  ιδίως όταν το βράδυ ήσουν αναγκασμένος να κρατάς τη λάμπα με το γυαλί και η φλόγα από μέσα, να τρεμοπαίζει, ο βοριάς να κτυπά στα παραθυρόφυλλα και το σκυλί να αλυχτά στο πλατύσκαλο

·      Και μετά ο γυρισμός, μελαγχολικός, βάδισμα αργό, μάτια μισόκλειστα,  νυσταγμένα

·      Δόντια να τρέμουν, δέρμα ανασηκωμένο και καμπουριαστή στάση όταν η μάλλινη κουβέρτα σκέπαζε το άδειο κορμί

·      Το αποχωρητήριο ήταν μικρό συνήθως, καμιά φορά φιλοξενούσε και κάποια εργαλεία, που χρειαζόντουσαν για το μεροκάματο, τσουγκράνες, φτυάρια, αξίνες και  τσιμπίλια για τη μεταφορά και στη γωνιά πάντα μια βούρτσα και ένας τενεκές με ασβέστη που έπαιζε το ρόλο της απολύμανσης

·      Εκείνα τα χρόνια οι απόπατοι ήταν ασβεστωμένοι και κατάλευκοι

·      Το κελάηδημα ενός σπίνου μπορούσε να δώσει μια αλλιώτικη ομορφιά στις απίστευτες αυτές αναμνήσεις της ανακούφισης που σημάδεψαν τη ζωή των ανθρώπων που μεγάλωσαν στα παλιά σπίτια

·      Ο σπίνος, αυτός ο χειμώνας με τα φτερά και τη φωνή την γλυκοστάλαχτη που χρόνια έχει να ακουστεί να τραγουδά το χιόνι

·      Η εξέλιξη του αποχωρητηρίου έφερε και την εξαφάνιση του σπίνου και των τετράγωνων πολύχρωμων χαρτιών που γράφαν λογαριασμούς και παραγγελίες, με την αδρή επιφάνεια, που τρυφερά αγκάλιαζαν όμως, τις ευαίσθητες περιοχές 

·      Στη θέση τους λαμπερά άσπρα χαρτιά με διάφορα όμορφα σχήματα, απαλή υφή και καμιά φορά μέχρι χριστουγεννιάτικες καμπανούλες, να στολίζουν και να τονίζουν την εορταστική ατμόσφαιρα της μοναχικής αυτής απόλαυσης

·      Πλακάκια πολυτελείας, πορσελάνινες λεκάνες και καθρέφτες, φώτα λαμπερά και θερμαινόμενα πατώματα και δώματα,  έκαναν τον απόπατο να φαντάζει ανάκτορο στα μάτια του ταξιδευτή τού πίσω

·      Στους μετέπειτα  χρόνους οι απόπατοι φυγάδευσαν την ομορφιά της κουρελούς και του αχνιστού χαμόμηλου στα μικρό καθιστικό του παλιού σπιτιού

·      Τώρα πια ένας κυρίαρχος κοπρώνας πολυτελής  και  μια δυσοσμία με μάρτυρες φτιαγμένους από αρχιτέκτονες μαστόρους, ειδικευμένους στην πολυφαγία

·      Και αμέτρητοι επισκέπτες  στα μεγάλα σαλόνια με τα χρυσο ποιλκιτα  χαλιά που κυριαρχούν και εκκοπρίζουν

·      «Τι θα γινουμε γιαγιά?»

·      «Σκατομαμουνες γιε μου»

·      Απάντησε η γιαγιά του περασμένου αιώνα

·      Φιλοσοφώντας τη ζωή, σαρκάζοντας το θάνατο

·      Το σκώρ στην ονομαστική, στη γενική, αναζητήστε το θέμα του απεικονίσματος

·      «Σκατά» «merde» και η πραγματικότητα υποκλίνεται στην   αναπαράσταση των εκφράσεων

·      Η μαφία της αφόδευσης και  οι συλλέκτες των κοπράνων

·      Η εμετική προέλευση της κατασκευασμένης ηθικής

·      Κοινωνία βρόμισες τα περιττώματα

·      Μηχανορραφείς και καταργείς το υπόλοιπο της γραφής, της κατανόησης και της ορθογραφίας

·      Πέταξες την ομορφιά και καταχράστηκες το όνειρο

·      βογγώ, δακρύζω, παραμιλώ

·      ενίστημι τον νουν

·      Και συνθέτω

·      Η μικρή ταινία ανασήκωσε το κεφάλι της  κοίταξε δεξιά κι αριστερά της, έφτιαξε τα μαλλιά της  και βγήκε μέσα από την δυσώδη επιφάνεια της κοπριάς

·      Σύρθηκε κι άρχισε να καταπίνει αργά αργά αλλά μεθοδικά ότι βρισκόταν στο διάβα της

·      Από πίσω της χιλιάδες σκουλήκια του ιδίου αγήματος και κάτι αγκαθωτές κάμπιες άρχισαν να ακολουθούν και να φτιάχνουν έναν συμμετρικό σχηματισμό

·      Ξεχάστηκες για λίγο κοιτάζοντας τη βροχή που έπεφτε και χιλιάδες ταινίες είχαν περικυκλώσει τα πόδια σου

·      Πολλά σκουλήκια της βροχής, μεγάλα, μικρά, χαμογελαστά λυπημένα ήταν όλα εκεί

·      Σκουλήκια της λάσπης

·      Σε λίγο θα έχουν καταλάβει το κορμί σου

·      Μια έντονη φαγούρα, ένας πόνος, δόντια σφιγμένα

·      Να και οι μαμουνες αυτές οι χρυσοπράσινες μαμούνες που λαμπυρίζουν, με τη διαπεραστική φωνή

·      Όλοι μαζί εκεί, να αφοδεύουν, να γελάνε και να μαζεύουν

·      Να γελάνε δυνατά, πολύ δυνατά, μα εσύ ξέρεις να λοιδορείς  τη μοίρα σου

·      Κοπριά καθήμενη επί του αδιαψεύστου

·      Αρχοντική η δυσοσμία  σου  κοινωνία, αλλά την οσφραίνομαι πια για τα καλά

·      Και το απέναντι νεκροταφείο στέκεται απορημένο και επιβλητικό

·      ‘Ενα αποχωρητήριο της ζωής, με τους σταυρούς και τα καντήλια, να συνοδεύει το κλείσιμο της παραγράφου με μια πρωτοφανή μελαγχολία

·      Κι από μακριά ένας σπίνος να προσπαθεί να πει δυο λέξεις  να ακουστεί

·      Αλλά η γιαγιά ήταν απόλυτη και σκληρή

·      Συνεχώς επαναλάμβανε την ίδια λέξη

·      «Σκατομαμούνες, γιε μου»

·      «Σκατομαμούνες!»

 

λοξός

loksos@gmail.com

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: