Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

λοξός εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 21/4/2010


· Έσπερόμορφα τα δώματα!

· Σύννεφα θεόρατα, σχηματοποιημένες αναπαραστάσεις δυσοίωνων προγραμματικών δηλώσεων της επόμενης δύσκολης ημέρας.

· Και τέφρα. Να ανεβαίνει στα υπερώα ορίζοντας την ματαιοδοξία του ελαφρύτερου

· Στον απέναντι ευκάλυπτο ο σπουργίτης ματαίωσε την τελευταία του πτήση για την γειτονική αυλή

· Ο καιροί δύσκολοι και τα υπολείμματα που εμποδίζουν τα πετάγματα κυριάρχησαν στις επικεφαλίδες των σελίδων

· Κονιορτός και σημεία από τα έγκατα

· Τελειώνουν τα σώματα και μαζεύεται ο κόμπος ψηλά στο λαιμό.

· Στα δέντρα γράφαν τα αρχικά για να θυμούνται τα πάθη

· και απεγνωσμένα τα γράμματα σηματοδοτούν αφαιρετικά τα πέτρινα χρόνια

· Τρία γράμματα φτάνουν για να ορίσουν έναν εφιάλτη

· Σηκώσαμε τα χέρια και παραδώσαμε τα κλειδιά της εξώπορτας. Και γλείφουν τα πατώματα τους συνδυασμούς των φωνημάτων για να φτιάξουν χαμόγελα προφορικά.

· Πως ονομάζεται ο πρωθυπουργός μιας χώρας που δεν κυβερνά, αναρωτιέται ο παρείσακτος επισκέπτης του κειμένου

· Και πως ονομάζεται η κυβέρνηση που απλώς εφαρμόζει την συνταγογραφία μιας επιτροπής κουστουμαρισμένων αγέλαστων τεχνοκρατών, διερωτάται το ακροδάχτυλο ακουμπώντας το λευκό χαρτί της πρωτόλειας σύνθεσης

· «Τρέχα και πες τους ότι δε θέλω να σωθώ», φώναξε η μικρή πεταλούδα διαμαρτυρόμενη για τις γελοιογραφίες των εξωφύλλων

· Σωσμένος με το λουρί σε συσκευασία δώρου

· Θυμάμαι εκείνο το πιάτο με το πλιγούρι, σε εκείνο το μονοθέσιο σχολείο, στο συσσίτιο, με τη Φρόσω να ξεφωνίζει σερβίροντας, να κάθεται η μπουκιά στο στόμα μέσα και να γίνεται σβόλος. Θέλω τους δεσμοφύλακες των ονείρων μου κι όχι την πλαστικοποίηση της ελευθερίας μου, ξεφώνισα

· Αλυσοδεμένος ήμουν ανέκαθεν, αλλά τουλάχιστον κάποιες φορές άκουγα και τη δικιά μου φωνή να ενοχλεί μερικά μονότονα βλέμματα.

· Τώρα οι πτήσεις απαγορεύονται μέχρι νεωτέρας.

· Κι ονειρεύομαι, παραμιλώντας.

· Να συσταθεί μια επιτροπή για να ερευνήσει ποιοι ειναι οι υπεύθυνοι για την ταπείνωση της χώρας. Να βρεθούν οι ένοχοι, να καταδικαστούν για εσχάτη προδοσία, να δημευθούν οι περιουσίες τους, να διαπομπευθούν με ξυρισμένα κεφάλια στους μεγάλους δρόμους

· Και ξύπνησα με το χασμουρητό της προηγούμενης μέρας φυλαγμένο καλά στο άνοιγμα των χειλέων μου.

· Και αποφάσισα ότι ΒΑΡΕΘΗΚΑ

· Να ακούω τον Παπανδρέου με το ζωγραφισμένο καλοσυνάτο χαμόγελο και την καλή πρόθεση, να αναμασά τις ίδιες λέξεις που άκουγε ο παππούς μου.

· Βαρέθηκα τον Παπακωσταντίνου, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πρωταγωνιστής ελληνικής ταινίας και να μετρά τις φυλαγμένες λίρες, να με βλέπει σαν χαρτονόμισμα.

· Βαρέθηκα το Σαμαρά να βγάζει λογύδρια να κενολογεί κι από κάτω να τον χειροκροτεί η Πιπιλή και να στραβομουτσουνιάζει η Ντόρα.

· Βαρέθηκα να ακούω τον Πάγκαλο να ακυρώνει το πασιφανές με τη γλωσσική του νοημοσύνη και να κρύβει στο φουσκωμένο στομάχι του την αλήθεια.

· Την Παπαρήγα με τη αποστεωμένη σκέψη και την πολιτική παλιομοδίτικων τίτλων. Κι ανεβάζω τα χέρια μου ψηλά βλέποντας τον Τσίπρα με τα ροδοκόκκινα μάγουλα να επαναστατεί λεκτικώς περισσότερο απ ότι ανασαίνει

· Και εκείνον τον ακατονόμαστο επισκέπτη των ειδήσεων με την αλλοπρόσαλλη λογική τις παρηκμασμένες ιδέες τις ρατσιστικές διαλέξεις να εξυπηρετεί πέρα δώθε κάθε μορφή κατευθυνόμενης θέασης.

· Βαρέθηκα και τις επιτυχίες του Προστάτη μου και τις χρονικές στιγμές, οι οποίες σατανικώς με κάνουν και υποπτεύομαι

· Και η διαφορετικότητα αποσύρεται στη διπλανή τάξη βλαστημώντας.

· Η τέφρα πλησιάζει, ξεροκαταπίνω!

· Το τεντωμένο χέρι περιμένει υπομονετικά.

· Νόμισε ότι αδιαφόρησα.

· ‘Όμως δεν υπήρχε τίποτα στην αδειανή τσέπη.


Μυογράφημα

· Η συνωμοσία κτύπησε την πόρτα

· Μαζεύτηκαν γύρω απ το τραπέζι

· Μουσικούλα απαλή και χαμηλωμένο το φως.

· Μαύρα κοστούμια, μυτερά παπούτσια κρυμμένα πιστόλια στις μασχάλες. Βλέμματα πέρα δώθε, αμηχανία και τρόμος. Προσεκτικές οι λέξεις συμφωνούν πάντα με το προσύμφωνο

· Ένα τρίξιμο. Αργά βήματα. Γυρισμένα βλέμματα.

· Ο αρχηγός επιβλητικός, σκοτεινός. Προχώρησε αργά κοιτάζοντας σαρκαστικά τα σκυμμένα κεφάλια.

· Τράβηξε αργά το πολυτελές κάθισμα.

· Στη μεγάλη πλάτη της πολυθρόνας ένα τακτοποιημένο πρόσωπο. Κινήσεις αργές, να προκαλούν το δέος στην αμηχανία

· Ησυχία. Αναπνοές διακεκομμένες. Θόρυβοι επιθανάτιοι και μερικές σταγόνες αλμυρές να αλλοιώνουν την ψυχραιμία.

· Ένα νόημα. Οι λέξεις απεγνωσμένες περισσεύουν απ το συμπέρασμα.

· Φωνές κι εκφράσεις αποκρυπτογραφούν την αγωνία .

· Ανασηκώνεται. Απότομος ο ήχος.

· Αργά βήματα πίσω απ τις πλάτες.

· Ένα κτύπημα στον ώμο. Και μετά ένας κρότος δυνατός. Μια κόκκινη κηλίδα λέρωσε το λευκό.

· Ησυχία ξανά. Τα μαντίλια βγήκαν και σφούγγισαν τις σταγόνες που ξεθάρρεψαν.

· Το τέλος ήταν προκαθορισμένο για όλους.

· Σε εκείνη την παρέα των μαυροφορεμένων.

· Κοίταξε έξω.

· Ένα κτήριο μεγαλοπρεπές απέναντι. Τα παράθυρα κλειστά. Κάποια αγριόχορτα έδειχναν το μεγαλείο της εγκατάλειψης.

· «Ποιος μένει εκεί? Ρώτησε».

· «Εγώ». Ψέλλισε.

· Το χέρι πέρασε στη μασχάλη. Ένα πιστόλι σκαλισμένο

· Γύρισε. Η μαύρη τρύπα μεγάλωσε στα μάτια του.

· Χλώμιασε.

· «Πάμε πάλι απ την αρχή» φώναξε ο σκηνοθέτης.

· «Δεν πρέπει να δείχνεις τόσο φοβισμένος», ούρλιαξε!


Κάτω κόσμος

Πλαστικά καλύμματα πρόσκαιρης ευτυχίας και από πάνω φιλήσυχοι πολίτες αγναντεύουν το αξιοθέατο.

Στις διαδρομές της Περσεφόνης, η ουσία της χρεοκοπίας της ζωής.

Οι βιομηχανίες δημιουργημάτων για τον κάτω κόσμο φρόντισαν να φτιάξουν τις στέγες με απαλά χρώματα.

Και τις αυτοσχέδιες καλύβες, τους κλοσάρ, τους ήρωες των κιτρινισμένων σελίδων, τους αντικατέστησαν κατασκευασμένοι κάτω κόσμοι, πλαστικοί οικισμοί

Μπαλκόνια στα βρόμικα νερά του καναλιού, φορολογία για το αύριο της ελπίδας.

Στο πρασινοκίτρινο των υδάτων, στις μέγιστες πρωτεύουσες, ο θεατής αποσπά την εικόνα βυθίζοντας στο νερό τα δικά του όνειρα

Πλαστικοποιημένε, ψεύτικε, κοσμοπολίτη ποταμέ, με τις γιρλάντες στα στημένα τουριστικά μέρη σου και τις απόμερες φτωχογειτονιές σου!

Δάνεια ζωής, μετανάστες του χαμένου χαμόγελου, ζητιάνοι μιας στιγμής φοβισμένης.

φτάνει να ναι γεμάτη από κείνες τις λιχουδιές, που ονειρεύεται η μελαγχολία όταν συλλογιέται.

loksos@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: