Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ

·      Η ομίχλη είχε κατέβει από το πρωί πάνω από τον πεζόδρομο  στη συμβολή των δυο δρόμων με τις διαφορετικές ιστορικές ονομαστικές προελεύσεις

·      Η αλαζονεία της νιότης σε κυκλικές ρητορείες αφημένη, αγνοούσε τον ερχομό της νεκρικής σιγαλιάς που παραμόνευε

·      Κουβέντες για όνειρα με περιτύλιγμα,  μαζεμένη στα χέρια η απόγνωση, κι η βαρεμάρα της μέρας χάζευε τη προσδοκία του  νυχτώματος

·      Οι μπίρες, τα χαμόγελα κουμπωμένα στις τσέπες, τσιγάρο στα χείλια, πεσμένα παντελόνια, χαλάρωση από μια ζωή χωρίς ένα γιασεμί ανθισμένο

·      Kαι απέναντι τα μαντρόσκυλα σε λοξή φάλαγγα, δράκοι με σήματα με τα δόντια τα  μεγάλα, τα  μυτερά, μ’ αφρούς να πετιούνται, να ξεφυσούνε από την ένταση, από τη μαγκιά της μπότας και της κουμπούρας

·      Μονομάχοι  μιας ρωμαϊκής αρένας, να περιπολούν στο θάνατο,  χαμένοι στο σκοτάδι που τους γέννησε

·      Kαι φωνές κι οράματα, ολόγυρα κι από πάνω, που παίρνουν το μυαλό και  το κάνουν φονιά

·      Κατασκευασμένοι πραίτορες στην μέση του δρόμου

·      Κι ένας θόρυβος να ξεσηκώνει τη σκόνη, μια λάμψη σκληρή, αδυσώπητη, καυτερή

·      Kαι ένα σχήμα σιωπηλό παγερό να διακόπτει το γέλιο

·      Kαι κρυσταλλόπηκτη  εξαφανίστηκε  η καταχνιά

·      Στην άκρη του πεζόδρομου, στο έδαφος, ένα κουβάρι πλεγμένο με πολύχρωμα νήματα, πιο πέρα ένα άδειο μπουκάλι, αποτσίγαρα, μια εφημερίδα παραδομένη στο ελαφρύ φύσημα, σκαλωμένη στα τέσσερα πόδια μιας καρέκλας καφενείου

·      Ένα σχήμα από κιμωλία με κεφάλι και  πόδια, κυρτωμένο, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και κάποιες κόκκινες κηλίδες να   διασταυρώνουν τις αντιθέσεις και να τις κάνουν οργή

·      Γρήγορα βήματα, ανάσες να ρουφούν τη σιωπή και το μίσος να φανερώνεται στη γωνιά, ισχνό κοκαλιάρικο με δρεπάνια και μαχαίρια κι ορθάνοιχτα αστήθια 

·      Φιγούρες όρθιες, μαγεμένες, καρφωμένες στην ακινησία του τέλους, στην σιωπή της εικόνας

·      Μια μικρή σταγόνα ζωής σε μια γιορτή με ξύλινα καφάσια

·      Ένα Χλομό φως μαζεμένο

·      Δεν ήξερες αν είναι ο Ήλιος ή το φεγγάρι ή κάποιο αστέρι που ξέφυγε για να δώσει μια απάντηση στα παράξενα ομοιώματα που κάθε φορά φανερώνονται για να επικαλεστούν την ευθύνη

·      Η κοινωνία στην πεδιάδα των βάτων, των κάκτων και των λιγοστών λουλουδιών είχε από καιρό αφήσει το παράδοξο να κοιμάται στο διπλανό κρεβάτι

·      Μα το απροσδόκητο ήρθε να ματαιώσει τον μεγάλο ύπνο και την γαλήνη της ηλιθιότητας  του μεσημεριού

·      Μια αφορμή ολοκόκκινη, με τζην και μπλουζάκι με στάμπα, έκανε την ευήθεια  να αναρωτηθεί για λίγο για την προέλευσή της

·      Και στο κένωμα  που υπάρχει ανάμεσα στην πλαστή  πολιτεία, στο ανυπόστατο κράτος, στην αγέννητη  λέξη

·      Οι ξεχασμένες Φωτιές  άρχισαν  να πλησιάζουν κι η παράσταση ανάρχεται και γίνεται ενοχλητική στους επαναστάτες του ανακλιντηρίου

·      Το εκπαιδευμένο κοινό, άνοιξε την τηλεόραση ακούγοντας την περιγραφή του θανάτου και των καταστροφών με φαγήματα και  λευκό κρασί

·      Δάγματα  και φράσεις απορηματικές  γουλιά και εκρήξεις αναλύσεων

·      Ρουφηξιές και αναθέματα στα είδωλα τους στα πρόσωπα τους

·      Και τα δεκαπεντάχρονα στους δρόμους με το ένστικτο της αντίδρασης πρωτόλειο αρχέγονο να παραδίδει μαθήματα πολιτικής αγωγής

·      Η εκδίκηση των καμένων ονείρων της ανύπαρκτης Εκκλησίας του ανύπαρκτου Σχολείου του ανύπαρκτου Κράτους

·      Ο μηνιθμός δε διαλέγει κτήρια, ούτε επιλέγει το καυσόξυλα

·      Και βγαίνει η προσποίηση  και κλαίει για τα κατεστραμμένα    βιβλία για τα λαφυραγωγημένα οικήματα και για την ιστορία που λεηλατήθηκε

·      Και τα βιβλία καταγελούν  και η ιστορία ανακαγχάζει και οι νεκροί περιπαίζουν την κατανόηση  της διανόησης που είχε αντιληφθεί βεβαίως, αλλά δεν έκανε τίποτα, απλώς  συνοδοιπορούσε  και συνεχίζει να συνοδοιπορεί

·      Κι απομείναν τα διαγγέλματα των ολίγιστων να οπλίζουν ακόμη περισσότερο με βια το μυαλό της νιότης

·      Και οι γνωματεύσεις των μεθυσμένων, αποφάνσεις  τραυλών παραφρόνων  που ανατρέφουν την   αβελτηρία και κάνουν την αγανάχτηση να θεριεύει και να βλαστημά

·      Σε περιπτύουν αναίσχυντα  και εσύ φεγγοβολάς από περηφάνια μαλακαύχητε!

·      Στις πλατείες τα εορταστικά σύμβολα καίγονται και το θύμωμα απλώνεται σ όλες τις γειτονιές

·      Οι κυράδες στα μπαλκόνια δεν πετούν λουλούδια αλλά αναθέματα σ αυτούς που ανέστησαν τις μάγισσες

·      Το χρονικό του πρωτοφανούς κάπως έτσι  διεδραματίσθη στην δακρυόεσσα πόλη

·      Και μέσα στα πενθαλέα  μάτια στις ανοιχτές πληγές στα ιδρωμένα μέτωπα στο αποκορύφωμα της μελαγχολίας και στην απέραντη στάχτη

·      ένας  Δάσκαλος αφηγούμενος  άφησε το νου του να ονειροπολήσει και  προσήλωσε  τη ματιά του στο ανοικτό βιβλίο

·      Το κοίταξε λίγο τρυφερά, ακούμπησε τα ακροδάχτυλα στις μαύρες σειρές

·      Γραφούμενα μαζεμένα, συναναστροφές  πονεμένων ενθυμημάτων

·      Μια αποχώρηση του μελανιού, προκάλεσε το αποστάλαγμα

·      Τα γράμματα έφυγαν και η μουτζούρα  απλώθηκε στη σελίδα

·      Ένα αδέσποτο δάκρυ άφησε τη νύχτα να απλωθεί ακόμα και στο περιθώριο

·      Έπιασε με τα χέρια του το κερί που τρεμόσβηνε πάνω στο έπιπλο

·      Αργά πλησίασε το βιβλίο στη φλόγα

·      Κι η φλόγα αποσύρθηκε τυλίγοντας τη μαύρη κηλίδα, επαναφέροντας τα γράμματα στην εικόνα

·      Κάηκε η συσκευασία  και απέδρασαν οι λέξεις να συντροφέψουν το φεγγοβόλημα

·      Η συσκευασία παραδόθηκε

·      Μερικές λέξεις φωτίσθηκαν περισσότερο

·      Ανάμεσα τους ήταν και κάποιες μικρές,   ανήμπορες  εδώ και χρόνια να σταθούν στις αράδες ενός περικαλύμματος

·      Χωρίς κεφαλόδεσμους  κι ανθοσμίες

·      Η φωτιά  έκανε το καθήκον της

·      Πλησίασε τα δυο δάχτυλα στο φως του κεριού

·      Και πίεσε το φιτίλι, μια μυρουδιά δέρματος ένας σφυριχτός ήχος

·      Και το σκοτάδι απλώθηκε

·      Έγειρε αγκαλιασμένος με το γυμνό βιβλίο

·      Κι έξω οι μικροί συνέχιζαν να καίνε το περιτύλιγμα

·      Που τους έδωσαν

·      Για να ονειρεύονται

 

λοξός

 

loksos@gmail.com

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: