Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 20/8/2009

· Στο παλαιοπωλείο της μικρής συνοικίας, στα σκονισμένα ράφια οι αραχνοΰφαντες σιωπές σκάλιζαν την ανάμνηση και κανόνιζαν την υπέρβαση του στρογγυλεύματος της κόρης. Μια φουντωτή ουρά και ένα προσωπάκι με λαμπερά μάτια κοίταξε ψηλά και ανέβηκε πηδώντας στην τελευταία κλίμακα που είχε τοποθετήσει ο παλιατζής το χρόνο. Ο θύσανος χάραξε μια γραμμή οριζόντια, κυματιστή και έφτιαξε μια θύελλα από αλλοπρόσαλλα σημεία, χαρακτηριστικά λυπητερά, με φιόγκους πεταλούδες και αποτυπώματα διάφορα, που μαρτυρούσαν την εποχή του ασταμάτητου κυνηγητού της υγρασίας. Στην κεφαλή της ανύψωσης των συναισθημάτων, παλιά μπουκάλια με μεγάλους λαιμούς, κουτιά με όμορφες κοπέλες με υπέροχους γλουτούς, κούπες με στολίσματα αλλοτινά, καράφες άδειες από τη λύπη που ήπιε κάποτε, κάποιος μοναχικός και λάμπες νοσταλγικές, με αληθινό φως και γυάλινο κεφάλι λίγο μαυρισμένο, από το βάρος της φλόγας, που ανατρίχιαζε απ’ τις ιστορίες με τα φαντάσματα και τις χειροπέδες. Μια πόρτα μισάνοιχτη άφησε να φωτιστεί το περίγραμμα του απερίγραπτου και οι φιγούρες που προσπερνούσαν απέναντι, έκαναν το περίτεχνο του σκοτεινού να ανοιγοκλείνει δίνοντας του φωτεινά διαλείμματα. Ένας σκυθρωπός φόβος εναντιωμένος στην πολυκοσμία της ιδιωτείας, με ένα παραμορφωμένο ύφος, με κρυμμένο βλέμμα, περιόρισε την συμπάθεια για το πρέπει που του πέταξαν στο δρόμο του και κάθιδρος από την προσπάθεια συνεννόησης με το ανυψωμένο χορτάρι της επικοινωνίας, βιαστικά, αλλά με σταθερά βήματα, προσπάθησε να εισέλθει από την γειρτή πόρτα, χωρίς θορύβους και χωρίς αναπνοές, φοβούμενος μην ενοχλήσει την γαλήνη του πεπαλαιωμένου και την μοναξιά της σκόνης, που έντυνε τις προσπάθειες του τοπίου, για νοσταλγικά παραληρήματα.

· Με δέος μπροστά στην αφηρημένη σύνθεση, χωρίς να το πολυσκεφτεί κάθισε ανάμεσα στα απολιθώματα του περασμένου κι αποφάσισε να ενσωματωθεί με το απεικόνισμα, να γίνει έκθεμα ακίνητο, σιωπηλό κι όταν περάσει η καταιγίδα να βγει στους δρόμους να βάλει το χέρι του, σκιάδι στα μάτια του, να δει αυτά που απομένουν. Τις ασήμαντες πέτρες που θα λαμπυρίζουν τα σπουργίτια που θα ξεθαρρεύουν τις σαύρες που θα αναζητούν λίγο ήλιο.

· Τίποτα δεν τον ευχαριστούσε, ούτε κι αυτό ακόμα το παλαιοπωλείο, που είχε κλεισμένο μέσα του μπόλικη μυρουδιά. Αφήνιαζε όταν συμμετείχε σε οποιαδήποτε διαδικασία προώθησης του εφήμερου. Έβλεπε τους αβέλτερους να ενισχύουν την μακαριότητα και σκεφτόταν ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων ότι είναι η ζωή και μετά ένα τίποτα, να περιπαίζει τη ματαιοδοξία των επιφανών της ευήθειας.

· Πριν λίγο είχε τσακωθεί με τον Θανάση το δεξιόπυγο, που θαύμαζε τους χοντρούς αυτοκράτορες και τους επιγόνους των αρχόντων. Προσπάθησε να του μιλήσει για τους μικρούς που σκοτώνουν τα κορμιά τους στις φυλακές, επειδή κάποιες φτιαγμένες συμπτώσεις εξυπηρέτησαν το σύστημα. Προσπάθησε να του πει για τους φραγκάτους περήφανους με τα κότερα και τα τεράστια εξοχικά στις πλευρές των νησιώτικων κορυφών, για το καινούργιο ναρκωτικό που είναι χειρότερο από κάθε επιδημία, για το λουρί στο λαιμό του που δεν έβλεπε, για την ανικανότητα κάθε εύμορφης εξουσίας να παραβγεί τον εαυτό της και να κοιτάξει το διπλανό της, για τους μετανάστες διαμορφωτές της πολιτικής σκηνής στις δυτικές πρωτεύουσες, για την συναλλαγή όλων των νόμων, για το γράσο που ξεπετιέται σα δράκοντας και πετά το αποσιωπητήριο. Για τους δαρμένους στο νησί, για την αστυνομία που αρκείται να αστυνομεύει τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα ντεσιμπέλ των μαγαζιών. Για τον απογοητευμένο που έψαχνε να βρει δουλειά και έγινε Μπέκας και τον άφησαν παλληκαράκι ισχνό και φοβισμένο να παριστάνει τον Κολοκοτρώνη.

· Δεν μπορούσε πια να αντιληφθεί, γιατί ο Θανάσης δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δε μιλούσε, δεν ανέπνεε και μόνο κατάπινε λαίμαργα κάθε είδους ανοησία που του σέρβιραν όλες οι δυνάμεις της γενίκευσης του σκότους.

· Δεν άντεχε να ακούει πλέον την δοκησισοφία του οποιουδήποτε ουτιδανού που από καθέδρας ανύπαρκτης το έπαιζε ξυπόλυτος φιλόσοφος πλακοστρωμένων δρομίσκων.

· Ένα παλιό ρολόι ένας κούκος με το κεφάλι έξω, ανοικτό το πορτάκι, χαλασμένο. Του την έδιναν τα ακίνητα πουλιά, τα ακίνητα δέντρα, τα μουρμουρητά και το τυρί το τριμμένο στα μακαρόνια.

· Έριξε ένα βαθυστόχαστο αναστεναγμό, η σκόνη σηκώθηκε και φάνηκε μια γηραιά πολυσήμαντη στην άκρη του ραφιού, με καμιά δεκαριά βαστάζους κάτω απ τις μασχάλες της, να τη συμβουλεύουν πότε ο Σεπτέμβρης θα γίνει Μάρτης και τούμπαλιν

· Μια εναλλαγή των ρόλων θα είναι ανακουφιστική για τις μονότονες ημέρες της κρίσεως, σκέφτηκε και έχωσε βαθιά το δάχτυλο στη μύτη. Έβγαλε ένα κόκκινο σκουλήκι μεγαλειώδες, το έκανε μπαλάκι και το κόλλησε στη μύτη του παλιάτσου.

· Φαγώθηκαν τα νύχια φαγώθηκαν κι οι λέξεις οι πολυσύνθετες.

· Και κλειδωμένος θα μείνει στο παλαιοπωλείο μέχρι να κοπάσουν οι βροντές.

· Ανέβηκε στο παλιό μπαούλο κι από το μισάνοιχτο παραπόρτι πέρασε το χέρι του έξω και κατέβασε την επιγραφή του καταστήματος. Ντρεπόταν να τη βλέπουν ακόμα κι οι σταγόνες. Ήταν βρεγμένη, ζωγραφισμένη με λαδομπογιά κάποιου σαρκασμού

· Στην δεξιά γωνία είχε μια δάφνη κι από κάτω έγραφε

· «Παλαιοπωλείον η Ελλάς»

λοξός

loksos@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: