Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ εφημερίδα ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 27/8/2009

· Ήταν απομεσήμερο.

· Ένα γαλάζιο αποσύρθηκε και μια κόκκινη κηλίδα φορτωμένη από φωνές κλάματα και τρέλα ακούμπησε την κατάληξη των μοναχικών αναπνοών. Το σεντόνι τραβήχτηκε, τα δάχτυλα φανερωθήκαν ξένα. Η μυρουδιά από καμένο ξύλο σκόνισε την αίσθηση και ένα ξερό στόμα ανέβαινε να πιάσει εκείνο το νερό που έφευγε αφήνοντας πίσω την σκιά της υγρασίας του, να μοιρολογεί με την απόγνωση.

· Πως να κοιμηθείς μ αυτό τον ασύλληπτο ήχο των εννοιών που στροβιλίζουν σαν καμένες παπαρούνες στον ίσκιο του μαύρου ορίζοντα.

· Προσταγή δαιμονική ενός τεράστιου εφιάλτη το μονόχρωμο, κατέκλυσε όλο το διαμέτρημα!

· Η σκέψη ντρέπεται να φτιάξει καινούργια χρώματα. Μονοκοντυλιά η ομοιότητα των τραγέλαφων. Πέρασε έξω το όνειρο της πεταλούδας κι άφησε πίσω του το σκοτωμένο πουλί να ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα.

· Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια αλλά μια σιωπή καυτή σκέπαζε τη προσπάθεια και το σώμα τινάχτηκε και κουλουριάστηκε. Το δέρμα παγωμένο οι τρίχες όρθιες ενα μουγκρητό, ένα γρήγορο ανασήκωμα και καθιστός πια μ ανοιχτά τα πόδια στη μέση του κρεβατιού να αγκομαχεί αφήνοντας στη μεση της διαδρομής τη ξεχασμένη πια στιγμή της νύχτας

· Κι έξω οι άνθρωποι συνέχιζαν να σηκώνουν τσιμεντένιους όγκους στις ρεματιές και στις ρίζες των δέντρων.

· Μονολογώντας διαρκώς και κοιτώντας το σύνθεμα αποχώρησε από το αλαζονικό της εξήγησης και διαφωνώντας με το ερωτηματικό φώναξε δυνατά!

· Ντρέπομαι!

· Μια πασχαλίτσα άκουσε και χαμογέλασε ένα μάτι κρυμμένο άφησε μια σταγόνα να πέσει σηκώνοντας ένα μικρό σύννεφο από καμένα φύλλα. Ένα κλαδί έγειρε και πήρε αγκαλιά την ενοχή και την μουτζούρωσε

· Ντρέπομαι ξανά και σχεδίασε ένα μικρό νούφαρο μέσα σε μια σταγόνα, και το φύλαξε.

· Φεύγει ο χρόνος και ο εφιάλτης ρίζωσε. Το πρωινό είναι ασπρόμαυρο και τα φωνήεντα γέμισαν το πόνο με την οργή του ανέμου.

· Άφησε το ρήμα να φτιάχνει προτάσεις και έψαξε τα λησμονημένα επίθετα. Τα σύννεφα λουφάξαν και ο αέρας συντρόφεψε τον χρωστήρα του δαίμονα

· Ξύπνα ηλίθιε, φώναξε ο τσαλαπετεινός που απόμεινε με χρώματα. Ξύπνα να δεις πως είναι το πράσινο!

· Η ομορφιά διεκδικείται κι όταν ορίζεται από τα βλέμματα ο νους βασανίζεται, οι αισθήσεις διεγείρονται και το συμπέρασμα αποστατεί. Χώμα η σκέψη, καμένη λεπτομέρεια η ωραιότητα, άλικο χρώμα η περιγραφή. Απρονοησία η γραφή όταν τελειώνουν οι εικόνες!

· Και στρογγυλοκάθισε το χάος στην αυλή του ολέθρου απογύμνωσε τους άρχοντες και φανερώθηκε η ανικανότητα.

· Ο Θεοβλαβής πρωτοφανής άρχοντας στο κολασμένο τοπίο υπό την ανοχή των περιστάσεων συνεχίζει να καταστρέφει την υπογραφή της ιστορίας. Και οι συνένοχοι φωνασκούν αποποιούμενοι την ευθύνη. Τραγωδία η χώρα, γελοίοι οι επιφανείς. Οικόπεδο αναλγησίας και αισχύνης!

· Φτιάξαν τον εφιάλτη κι αυτός θέριεψε και κατάπιε μονομιάς τα δημοσιεύματα της ανύπαρκτης ευφυΐας και της ανήμπορης ικανότητας. Φτιάξαν ηγέτη από πλαστικό με κινήσεις παρελθοντικού μιμητισμού και σκέψη γεμισμένη με μικρές φυσαλίδες. Οι Άρχοντες της δυσωδίας και των αναπαυτικών καθισμάτων, των πολυτελών διακοπών, των φουσκωτών και των επιβλητικών κατοικιών, υπερευήθεις καταναλωτές του εφήμερου, εμβρόντητοι εραστές της αμηχανίας, καταγέλαστοι απ τον ήλιο, τη θάλασσα και τον άνεμο! Πρωτοσέλιδα μηχανεύματα των αράδων!

· Οργισμένη η αποτύπωση του ερμηνεύματος! Πρωτοστατεί!

· Και πασιφανές πλέον το ονοματεπώνυμο της αφυΐας

· Και χάθηκε μέσα στο αποκορύφωμα του οργισμένου η μορφή, μαυροντυμένη, σκυφτή, και ξεσκισμένη. Πέρασε ανάμεσα από τα αποχρωματισμένα δέντρα, τις σκοτωμένες νεράιδες, τα σκυθρωπά ξωτικά, τις αφηγήσεις των αναμνήσεων και όπως χανόταν στο βάθος του μονοπατιού, εκείνο το μαύρο απλώθηκε και πουθενά εκείνο το μικρό φως, που έλεγε η γιαγιά σε εκείνο το μικρό σπιτάκι στην άκρη του δάσους, με τους σοκολατένιους τοίχους και τα μαγεμένα τραγούδια.

· Δυο σανίδες σε σχήμα, ένα σύρμα στην άκρη, μια ανοιγμένη κονσέρβα, ένα κουνούπι να ρουφά τα υπολείμματα και ένας σάτυρος κακόμορφος στηριγμένος στη κουφάλα της καμένης ιτιάς, να παίζει εκείνο το τσιριχτό σκοπό να ξεσηκώσει τα κελαηδίσματα να βγουν οι σπίνοι, να χορέψουν οι σταγόνες, να βγει η ευχή, να τρομάξει το σύννεφο, να αρχίσουν τα τύμπανα, να κατέβει πιο χαμηλά το αστέρι, να φανερωθούν οι μουσικές να πνίξουν το σκοτάδι

· Που είσαι, Έφυγες?. Όχι εδώ είμαι, φώναξε

· Κοιτάζοντας κατάματα το τοπίο

· Καλά ήταν μέχρι εδώ, σκέφτηκε. Έφτυσε με αηδία λίγη στάχτη απ το στόμα του κι έκλεισε τη σελίδα

· Ντρέπομαι σκέφτηκε Κι άφησε τη σιωπή να χρωματίσει τη μοναξιά

· Ντρέπομαι

· Και χαμήλωσε το βλέμμα αφήνοντας να πέσει από τα μάτια του εκείνος ο ήλιος που είχε φυλάξει από τότε που ήταν μικρός.

· Κοίταξε το χώμα. Ένα λουλούδι του χαμογέλασε

· Έσκυψε το φίλησε και

· Και μετά έφυγε τρέχοντας

· Να ξεχάσει!

λοξός

loksos@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: