Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

λοξός ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 10/2/2010


· Πριν καιρό.

· Σε ένα μικρό εστιατόριο του Παρισιού.

· Στο «oinopiné» του Κώστα, απο το inopiné, το γαλλικό αναπάντεχο . Με ένα όμικρον το απρόσμενο αποκτά περισσότερη υγρασία

· Ένα πιάτο αρνάκι, ρετσίνα και λέξεις να μπερδεύουν το απρόοπτο.

· Ο Αξελός απο τη μια να περιπλέκει το νόημα κι απ την άλλη η ανάγκη των ανθρώπων να καταπιούν το δύσληπτο. Και στο διπλανό θρανίο μια παρέα Γάλλων, να αντικρίζει τις συλλαβές και να μουρμουρίζει επιφωνήματα. Έκθαμβο το κοινότοπο, εμπρός στο σκοτεινό.

· L’ homme mal compris est mort αφήνοντας το Παρίσι για μια ακόμα φορά στη μεγάλη του απορία.

· Και ενώ το παιχνίδι συνεχιζόταν και οι συγκεντρώσεις των μεγάλων γίνονταν για το καλό σου.

· Στο Ελιζέ, άλλος χάνει τη γόβα κι άλλος τη γλώσσα.

· Ο φουσκωμένος κοντός πετεινός, με την άνεση του οικοδεσπότη, εμπρός στο ξεχειλωμένο παπούτσι της γυναικείας αμερικανικής αισθαντικότητας, με στιλάκι ευρηματικό καμακιού νησιώτικης παραλίας, κοιτάζοντας το βροχερό ουρανό ξεστομίζει στα αγγλικά

· I'm sorry for the time. Η Χίλαρι πέφτει για δεύτερη φορά!

· Και ο Ανρί Γκενό που γράφει τους λόγους του αυτοκράτορα Σαρκοζί δεν είναι εκεί κοντά για να του πει πως ο καιρός και η ώρα δεν είναι το ίδιο πράγμα!

· Και τα μηχανήματα ήχου και εικόνας ανελέητα καταγράφουν το λάθος που όπως φαίνεται το πρωτόκολλο δεν μπόρεσε να συγκρατήσει.

· Άλλωστε χρόνια τώρα οι Γάλλοι για την ώρα και το καιρό έχουν μόνο μια λέξη. Le temps λοιπόν ορισμένες φορές είναι κακιά ακόμα και για τους περικλεείς.

· Και ολοσέλιδο το αφιέρωμα της «Le Monde» στον Έλληνα πρωθυπουργό. «Ο κόσμος τον κοιτάζει» «Η τύχη του ευρώ κρέμεται από τον ίδιο», τονίζοντας συν τοις άλλοις την κυριαρχία των εκλεπτυσμένων τρόπων και της φυσικής του ευγένειας. Ο Γιωργάκης της Ελλάδας μεταμορφώνεται ξαφνικά και ξεχωρίζει.

· Στην Ελλάδα των παλαιών προτύπων με τις πολλές φωνές και τα χεράκια ψηλά με τις εικόνες της ψευτομαγκιάς και της χωριατιάς με τους κατευθυνόμενους έξυπνους να επιβιώνουν από καιρού εις καιρόν, γιατί είχαν ευγλωττία και καλή κίνηση.

· Τοιουτοτρόπως λοιπόν ο Γεώργιος, έγινε Γιωργάκης και ο Κωστάκης, Κωνσταντίνος.

· Και οι ηλίθιοι μασουλώντας το σερβιρισμένο, ξεροκαταπίνουν και ταυτοχρόνως βλαστημούν γιατί γεννήθηκαν μια καθημερινή και ενώ οι νεράιδες εβοσκούσαν στην πλαϊνή αίθουσα.

· Τηλεκλυτός, όμορφη λέξη, διάσημη, περιώνυμη και ξακουσμένη από μακριά. Με την σύνθεση να δίνει τα ρέστα της και την αφαίρεση να δημιουργεί συνειρμούς

· Αχ αυτή η απόχρωση των ειδήσεων αφήνει μια πίκρα στον ουρανίσκο και τα πρόσωπα μια αδιαφορία ανησυχητική.

· Όλα εξαρτώνται πλέον από το τίμιο, μπαλωμένο κι αθώο μου σώβρακο.

· Στολισμένοι, επίσημοι και μεγαλοπρεπείς, όλων των πόλεων, κωμοπόλεων, χωρίων κοιλάδων, κάμπων και βουνών της μικράς αυτής επικράτειας με την τεραστία ακτογραμμή, δώστε και σώστε. Θα σας δείξει και η τηλεόραση με τις πολυτελείς σας ενδυμασίες να περιφέρεστε με ύφος βαρυπρεπούς Αγίου και να σκορπίζετε την ευτυχία υπέρ της σωτηρίας των ψυχών και κυρίως των σωμάτων.

· Καλείται επίσης επειγόντως και εκείνος ο μικρός να παραδώσει την τελευταία μπουκιά που βρήκε στο αδειανό πιάτο με τα αποφάγια, υπέρ πίστεως και Πατρίδος.

· Και μεγαλώνουν οι ουρές στις μεγάλες πόρτες με τα ανέκφραστα πρόσωπα της ταυτότητας, να κομπιάζουν μοναχά μια λέξη

· «Λυπάμαι»

Μυογράφημα

· «Περάστε παρακαλώ»

· Ξάπλωσε. Άπλωσε το χέρι σε μια κρύα σιδερένια υποδοχή. Έριχνε κλεφτές φοβισμένες ματιές στην γυρισμένη πλάτη με τη λευκή μπλούζα.

· Ένα λάστιχο σφίχτηκε στο μπράτσο . Το αίμα μαζεύτηκε. Οι φλέβες σηκώθηκαν. Αγρίεψε το κορμί.

· Απόμεινε να κοιτά μια το αδιάφορο λευκό, μια την εξογκωμένη επιφάνεια του χεριού του.

· Η βελόνα λεπτή με μια μεγάλη τρύπα στην άκρη, δυσανάλογη με την κομψότητα της σιλουέτας της.

· Το πρόσωπο της άσπρης μπλούζας ανέκφραστο. Σκληρά χαρακτηριστικά. Τον πλησίασε. Χωρίς οίκτο έσκυψε Με ένα μικρό βαμβάκι ποτισμένο με οινόπνευμα καθάρισε το σημείο. Η σύριγγα καρφώθηκε. Το αίμα ξεπετάχτηκε. Άρχισε να γεμίζει το πλαστικό σωληνάκι και να καταλήγει στην άκρη σε μια σακούλα που δεν έγραφε όνομα.

· Κοίταξε για λίγο τη διαδρομή του κόκκινου. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε.

· Φοβόταν τις βελόνες από μικρός. Όταν τον πήγαινε η μαμά του για την ένεση δεν ήξερε ότι αυτό θα συνεχιζόταν κι όταν μεγάλωνε.

· Αυτές τις μέρες πονούσε πολύ είχε στενοχωρηθεί και με τη μικρή. Δεν πήγαινε καλά στο σχολείο. Ήθελε ιδιαίτερα. Κι ο μικρός ζητούσε εκείνη τη φανέλα του θρύλου. Ήταν και εκείνο το δάνειο.

· Γαλήνεψε, μια ζεστασιά έφτασε μέχρι το μυαλό, όταν πετάχτηκε μπροστά του εκείνη η παλιά ρόδα που ‘χε για παιχνίδι

· «Τελειώσαμε»

· Κατέβασε το μανίκι έκλεισε την πόρτα συλλάβισε λίγα βήματα και χάθηκε αφήνοντας πίσω του μια πλαστική σακούλα δίχως όνομα και γεμάτη αίμα.

Αίνιγμα

Δυσεξήγητο το φως όταν προσπαθεί να περισώσει την αξιοπρέπειά του

Πυκνωμένα τα κλαδιά αφορίζουν την κατανόηση και οι στέγες ανασηκώνουν την σκοτεινιά τους για να ακουμπήσουν στις καταλήξεις των χρωματισμών.

Δυσδιάκριτες οι εκφράσεις της κρυμμένης γλώσσας και ανήμπορο το κανονισμένο να προκαλέσει απορία.

Στις μικρές χώρες γεννιούνται τα ακατάληπτα και στις μεγάλες αναγνωρίζονται.

Στους μικρούς ύπνους βασιλεύει το όνειρο και στους μεγάλους η αθανασία

Οι αινιγματικές σκέψεις δεύτερη είδηση και πρωτοσέλιδα τα κοινότοπα.

Και στα στερεώματα τρίβει τα χέρια του ο Ζαν Πολ για τη συνέχεια των φράσεων

Και ένα μοβ αλαζονικό διαπερνά το φράχτη και ιχνογραφεί το μεγαλείο της αφαίρεσης κάνοντας τους συγγραφείς των λευκών σελίδων να μοιρολογούν για την κατάντια τους.

Με χαμηλωμένους τους οφθαλμούς λοξοδρόμησε η σκέψη και ζωντάνεψε την ανάμνηση

Στο απερίγραπτο φρόντισε το φως, να αγιογραφήσει το φευγιό του δύσφραστου

loksos@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: