Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

λοξός ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ 18/2/2010


· Έπεφτε το χιόνι με μανία

· Στο προαύλιο του Ελιζέ οι φρουροί αγόγγυστα σήκωναν στις πλάτες τους τις νιφάδες και στην άκρη οι μεταφορείς των ειδήσεων σχολίαζαν την αντίθεση του καιρού στις διαπραγματεύσεις.

· «Οn va sauver la Grèce»

· Θα σώσουμε την Ελλάδα

· Δήλωσε ο Γάλλος αλέκτωρ χρησιμοποιώντας σωστό χρόνο αυτή τη φορά. Τον κοντινό μέλλοντα. Άλλωστε ο μακρινός ειναι κακός για όλους και για όλα. Ακόμα και για τα προσχήματα

· Ο Σαρκοζί ήθελε οπωσδήποτε κάποιον να σώσει αυτή την εβδομάδα. Οι Γάλλοι υπήκοοι δεν έχουν μάθει να δίνουν μόνο να παίρνουν. Και το κέρασμα ξαφνιάζει. Ξεφεύγει από το καθιερωμένο της ζωης τους και εντυπωσιάζει.

· Και οι δημοσκοπήσεις στα γαλλικά ειναι δυσαρεστημένες, οι θρόνοι τρέμουν και οι ουρές στις μεγάλες πλατείες για ενα ξεροκόμματο μεγαλώνουν

· Και η φωτογραφία των δυο ηγετών στα κιόσκια των ειδήσεων με σημειολογικές αντιθέσεις

· Ανακουφισμένη η σεμνοπρέπεια και κορδωμένη η αλαζονεία

· Και στις σειρές υπερτονίζεται απ τη μια η φυσική ευγένεια του Γιώργου και απ την άλλη η προφανής δύναμη του Νικολά που ευτυχώς διαθέτει καλή μνήμη

· Στην Ελλάδα χρωστάει ένα κομμάτι απ τη ζωή του και ένα κομμάτι απ το τακούνι του. Άλλωστε η Θεσσαλονίκη με τις νύχτες της έπεισε την Σεσίλια να επανασυνδεθεί με την μεγαλοπρέπειά του.

· Και ενθυμούμενος την προέλευση του και ανατρέχοντας στα οδοφράγματα της σκέψης του κατόρθωσε και ύψωσε ενοχλητική φωνή ο κόκκινος Ντάνυ στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

· Τa guelle, βούλωστο, αναφώνησε ευθαρσώς κατατροπώνοντας την γενναιοδωρία των ενδεδυμένων σωτήρων του δυτικού καρνάβαλου.

· Και μαρτυρά η σιωπή το εορταστικό των ημερών

· Τα δρομολόγια συνεχίζονται στις χειμωνιάτικες χώρες

· Και τρέχουν οι λέξεις να καλύψουν τις μακιγιαρισμένες διαδρομές κι αναλογίζεσαι το χαμένο χρόνο και τις ευκαιρίες που πέταξε η μικρή γειτονιά με τους πολυπράγμονες κατοίκους.

· Χάρηκε ο Πούτιν που είδε τον Έλληνα πρωθυπουργό. Καθισμένος ο Ρώσος στην πολυθρόνα, με την πλάτη ριγμένη προς τα πίσω, φωτογράφισε την υπεροχή της μεγάλης χούφτας

· Και οι παγωμένες μέρες θα συνεχίζονται μέχρι να περάσουμε τις εξετάσεις. Και τα θέματα είναι δυσεπίλυτα και οι διπλανοί είναι αδιάβαστοι για να αντιγράψουμε.

· Και στη χώρα της μεγάλης πολιτικής άποψης των μεγάλων καλλιτεχνών και μεγάλων αρθρογράφων, η μεγάλη αλήθεια μαγειρεύεται με καινούργια μπαχαρικά.

· Και απτόητο το χιόνι συνέχιζε να παίζει πέφτοντας στο νεκροταφείο στο Μονπαρνάς.

· Στο σπίτι του Αξελού. Σεμνη η τελετή. Ήταν όλοι εκεί. Δάσκαλοι και μαθητάδες ακόμα και η επίσημη κυβέρνηση. Λεπτομέρεια που συζητήθηκε, ίσως γιατί ο δύσκολος λόγος δεν ακούγεται πολύ τα μεσημέρια. Προτιμά το σκοτάδι.

· Και στο τελευταίο παιχνίδι του Δυσνόητου ένα φλάουτο άρχισε να μιλά. Και δεν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μονο το χιόνι πύκνωσε δίνοντας το λευκό σκέπασμα στον αποχαιρετισμό.

· Και μια νιφάδα ξεχώρισε και κάθισε πάνω στο μαρμαρο Δεν κατάλαβε τι λέγαν οι λέξεις απλα καταλάβαινε οτι οι άλλοι ακουγαν με προσοχή.

· Σε λίγο θα μπορέσει η νύχτα να πέσει

· Οι περαστικοί θα ανοίξουν τις πόρτες και θα κρυφτούν.

· Οι φωταγωγημένοι έρημοι δρόμοι θα μπορέσουν να απολογηθούν για την πολυτέλεια τους.

· Και στην διπλανή εικόνα ένας αλητάμπουρας σπουργίτης θα αφήσει το βλέμμα του να καθηλώσει την απορία.

Μυογράφημα

· Παλιό νεοκλασικό

· Ξύλινη στρυφογυριστή σκάλα, φαγωμένο λούστρο.

· Σκαλοπάτια μαρμάρινα λερωμένα και κολόνες αρχαίου ρυθμού φαντάσματα γέρικα να στηρίζουν τις παλιές πέτρες.

· Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα μακρύ. Στο κεφάλι ένα μαντίλι που έκρυβε τα μάτια. Η ντροπή παραμόνευε σε κάθε γωνιά.

· Ανέβηκε αργά τη σκάλα. Κάθε τρίξιμο της σανίδας και ένα βογγητό.

· Το φως χαμηλό. Αποχρώσεις του κόκκινου. Πέρασε γρήγορα το σκοτεινό διάδρομο και άνοιξε την πόρτα.

· Ένας καθρέφτης, ένα μικρό τραπέζι, μια καρέκλα, ένα παράθυρο και μια κουρτίνα χοντρή βελουδένια.

· Έβγαλε το μαντίλι. Το είδωλο μελαγχολικό. Αμυγδαλωτά μάτια μελιά με μια χαμένη σπίθα στο βάθος.

· Το φόρεμα έπεσε στην καρέκλα. Ένας πόντος φευγάτος από την πολυφορεμένη κάλτσα κράτησε το βλέμμα της για λίγο.

· Ένα μαύρο διάφανο κομπινεζόν έκρυβε τη γύμνια.

· Έβγαλε λίγο κοκκινάδι και κάλυψε τα μελανιασμένα από το κρύο χείλια. Με το δάχτυλο, λίγο χρώμα και στα μάγουλα.

· Γύρισε τη πλάτη στην πόρτα και άναψε τσιγάρο.

· Ο καπνός γέμισε τα σωθικά και ένας ξερόβηχας φώναξε.

· Γύρισε και κοίταξε το κρεβάτι. Σιδερένιο με περιτεχνήματα στο προσκεφάλι. Άσπρα σεντόνια και μαξιλαροθήκες με κίτρινες μαργαρίτες.

· Παγωμένο το δάκρυ έκανε ένα θόρυβο πέφτοντας στο μωσαϊκό.

· Η πόρτα άνοιξε. Ένα καπέλο πρώτα ύστερα ένα κεφάλι και μετά ένα σώμα. Δε γύρισε. Δεν είχε λέξεις. Ανάσες μονάχα.

· Έσβησε το τσιγάρο.

· Έβρεξε τα χείλια της με τη γλώσσα της και γύρισε.

· Πλησίασε το κρεβάτι κι ακούμπησε την Ιστορία της στο στρώμα.

· «Τα λεφτά πρώτα», ψέλλισε!

Το αλητάκι

Στο πλακόστρωτο στους μεσαιωνικούς χρόνους

Το κομμάτι της λαιμαργίας αναστατωμένο από το θόρυβο των πλαταγισμάτων των χειλέων απεσύρθη στο έδαφος

Και ο μικρός φτωχός αλητάκος καταφερτζής και λεύτερος ιχνηλάτης των δρόμων, παράτησε τα γυάλινα παράθυρα και αφέθηκε στην ικανοποίηση του αντίδωρου

Με την ανασφάλεια να ιχνογραφείται ανάμεσα στους τσιμεντένιους αρμούς η ανεπιτήδευτη ομορφάδα ποζάρει κάνοντας τη μελαγχολία να φαντάζει ιέρεια του έρωτα απογυμνωμένη.

Και στις αλλοπρόσαλλες ακινητοποιήσεις της ζωής η ιστορία εμφανίζεται στα καπηλειά με ξύλινες κούπες, γέλια και ακολασίες.

Οι ποιητές κρύφτηκαν και φανερώθηκαν οι κατασκευασμένοι να απαγγέλλουν λέξεις αγορασμένες

Και στήνεται η λευτεριά με νάζι χωρίς την απόγνωση της καθημερινότητας.

Τα αλητάκια ξέρουν καλά όταν κάθονται στα σκαλάκια μασουλώντας και ρίχνοντας τις ματιές τους ολόγυρα, ότι η ζεστασιά βρίσκεται σε κάτι μικρές φωλιές που τις λένε αγκαλιές

loksos@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: